Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΠ Γυθείου 17/2017: Ακύρωση ΓΟΣ αλληλόχρεου λογαριασμού

Με την υπ' αριθ 17/2017 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου έκρινε ότι είναι άκυροι οι περιεχόμενοι σε σύμβαση πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού

1. Οι ΓΟΣ που ορίζουν εκτοκισμό επί έτους 360 ημερών
α) λόγω αντίθεσης στην αρχή της διαφάνειας
β) ως εμπίπτων στην ειδική περίπτωση ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994

2. Οι ΓΟΣ που ορίζουν την περιοδική αναπροσαρμογή των επιτοκίων
α) λόγω αντίθεσης στην αρχή της διαφάνειας
β) ως εμπίπτων στις ειδικές περιπτώσεις ε και ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994

3. Οι ΓΟΣ που ορίζουν την αναπροσαρμογή του επιτοκίου υπερημερίας
α) λόγω αντίθεσης στην αρχή της διαφάνειας

4. Οι ΓΟΣ που επιτρέπουν ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975
α) λόγω παρανομίας τους, αφού τόσο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (αρ 8 περ 6 Ν. 1083/1980 & 289/1980 απόφαση Νομισματικής Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (αρ 12 Ν 2601/1998, αρ 30 και 47  Ν. 2783/2000, αρ 42 Ν 2912/2001 και άρθρο 39 Ν. 3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο επί καθυστερούμενων τόκων και όχι επί εισφορών, φόρων ή άλλων προμηθειών. Κάθε αντίθετη σύμβαση ελέγχεται με τα 174, 178, 179 ΑΚ.

5. Οι ΓΟΣ που επιβάλουν προμήθειες
α) ως παράνομοι, λόγω της αντίθεσής του στην παρ 1 της ΠΔΤΕ 1969/1991
β) ως παράνομοι, λόγω της αντίθεσής τους στην διάταξη ΣΤ της ΠΔΤΕ 2501/2002
γ) ως αντικείμενοι στην αρχή της διαφάνειας, η οποία (κατά το αρ 6 του Ν. 2251/1994) επιβάλλει οι ΓΟΣ να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
δ) ως εμπίπτoντες στην περίπτωση ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια εύλογα και σαφώς προσδιορισμένα στη σύμβαση.

6. Οι ΓΟΣ που επιβάλλουν ανατοκισμό σε χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου
α) λόγω αντίθεσης στο αρ 12 του Ν. 2601/1998

7. Οι ΓΟΣ που επιτρέπουν το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης
α) ως αντίθετοι στις περιπτώσεις ε και λ της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994
β) ως αντίθετοι στο άρθρο 6 του Ν. 2251/1994, αφού επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των εκατέρων δικαιωμάτων  και υποχρεώσεων

8. Οι ΓΟΣ που προβλέπουν την μη ελευθέρωση του εγγυητή, έστω κι αν από πταίσμα ή καθυστέρηση της τράπεζας κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της
α) ως εμπίπτοντες στις περιπτώσεις ιγ και κστ της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994
β) ως αντίθετοι στο άρθρο 6 του Ν. 2251/1994, αφού επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των εκατέρων δικαιωμάτων  και υποχρεώσεων

9. Οι ΓΟΣ που προβλέπουν διατήρηση της ευθύνης του εγγυητή ανεξαρτήτως της συναίνεσής του
α) ως αντίθετοι στο αρ 6  του Ν. 2251/1994

Η απόφαση είναι διαθέσιμη σε μορφή pdf ΕΔΩ, ενώ παρατίθεται το κείμενό της για μελέτη

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΠΠ Γυθείου 19/2017: Μερική ακύρωση τοκοχρεολυτικού δανείου

Με την υπ' αριθ 19/2017 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου επί αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, αναγνώρισε ως άκυρους τους ΓΟΣ:


α) Περί υπολογισμού των τόκων επί έτους 360 ημερών.

Ο ΓΟΣ αναγνωρίστηκε ως άκυρος, αφενός λόγω αδιαφάνειας, η οποία (κατά το αρ 6 του Ν. 2251/1994) επιβάλλει οι ΓΟΣ να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής (όμοια, προς τούτο με την ΑΠ 430/2005) και αφετέρου (με νέα θεμελίωση) ως εμπίπτουσα στην περίπτωση ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού αφήνει το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του με κριτήρια εύλογα και σαφώς προσδιορισμένα στη σύμβαση.


β) Περί της δυνατότητας της τράπεζας να μεταβάλει μονομερώς το επιτόκιο υπερημερίας, σε περίπτωση καταργήσεως της ΠΔΤΕ 2393/96. 

Ο ΓΟΣ αναγνωρίστηκε ως άκυρος, αφενός, λόγω αντίθεσης στην αρχή της διαφάνειας, η οποία (κατά το αρ 6 του Ν. 2251/1994) επιβάλλει οι ΓΟΣ να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής και αφετέρου, ως εμπίπτων στην περίπτωση ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού αφήνει το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του με κριτήρια εύλογα και σαφώς προσδιορισμένα στη σύμβαση.


γ) Περί της διπλής επιβολής της εισφοράς του Ν. 128/1975.

Ο ΓΟΣ αναγνωρίστηκε ως παράνομος, κατά το υπερβάλλον , ήτοι κατά το 0,60%, αφού στην ένδικη περίπτωση, το επιτόκιο υπερημερίας προσδιοριζόταν όχι σε 2,5% (όπως ορίζει η ΠΔΤΕ 2396/96) αλλά στο συμβατικό επιτόκιο προστίθετο 2,5% και η εισφορά του Ν. 128/1975 (η οποία, όμως είχε ήδη συμπεριληφθεί στο συμβατικό επιτόκιο!). Έτσι, η διπλή επιβάρυνση των δανειοληπτών με την εισφορά του Ν. 128/1975, προκάλεσε παράνομη υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου επιτοκίου υπερημερίας κατά 0,60%.


δ) Περί ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/1975.

Αν και η απόφαση έκρινε επιτρεπτή την μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975, αναγνώρισε ως παράνομο τον ανατοκισμό της, αφού τόσο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (αρ 8 περ 6 Ν. 1083/1980 & 289/1980 απόφαση Νομισματικής Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (αρ 12 Ν 2601/1998, αρ 30 και 47  Ν. 2783/2000, αρ 42 Ν 2912/2001 και άρθρο 39 Ν. 3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο επί καθυστερούμενων τόκων και όχι επί εισφορών, φόρων ή άλλων προμηθειών. Κάθε αντίθετη σύμβαση ελέγχεται με τα 174, 178, 179 ΑΚ.


ε) Περί επιβολής προμηθειών 

Οι ΓΟΣ με τους οποίους επιβάλλονταν προμήθειες, αναγνωρίστηκαν 
i) ως παράνομοι, λόγω της αντίθεσής του στην παρ 1 της ΠΔΤΕ 1969/1991
ii) ως παράνομοι, λόγω της αντίθεσής τους στην διάταξη ΣΤ της ΠΔΤΕ 2501/2002
iii) ως αντικείμενοι στην αρχή της διαφάνειας, η οποία (κατά το αρ 6 του Ν. 2251/1994) επιβάλλει οι ΓΟΣ να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
iv) ως εμπίπτoντες στην περίπτωση ια της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια εύλογα και σαφώς προσδιορισμένα στη σύμβαση.


στ) Περί της μη ελευθέρωσης του εγγυητή, έστω κι αν από πταίσμα της τράπεζας έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της ή εάν παραιτήθηκε η τράπεζα από εξασφαλίσεις

Οι αντίστοιχοι ΓΟΣ αναγνωρίστηκαν 
i) ως άκυροι, λόγω της αντίθεσής τους στην περίπτωση ιγ της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, που ορίζει ότι είναι άκυροι οι όροι που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή 
ii) ως άκυροι, λόγω της αντίθεσής τους στην περίπτωση κστ της παρ 7 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, που ορίζει ότι είναι άκυροι οι όροι που επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει υπέρμετρες εγγυήσεις
iii) ως αντικείμενοι στην παρ 6 του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού συνεπάγονται σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τω συμβαλλομένων σε βάρος των εναγόντων καταναλωτών.

Το Δικαστήριο υποχρεώνει την τράπεζα να παραλείπει τους παραπάνω ΓΟΣ τόσο κατά τη σύναψη νέων συμβάσεων, όσο και σε κάθε τροποποίηση των υφισταμένων, με τους ενάγοντες. 

Το Δικαστήριο απειλεί χρηματική ποινή 1.000 ευρώ σε κάθε περίπτωση παραβίασης της υποχρεωτικής παράλειψης των ΓΟΣ αυτών.

Κηρύσσει την υποχρεωτική παράλειψη προσωρινώς εκτελεστή.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης για μελέτη.

Όποιος θέλει να το κατεβάσει, θα το βρει ΕΔΩ



ΠΠ Ναυπλίου 453/2017: Ολοσχερώς άκυρη σύμβαση leasing

(Ευχαριστώ θερμά για την πρώτη δημοσίευση το Legalnews24.gr και τον συνάδελφο, κο Γεώργιο Καζολέα)

Σύμβαση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης οχήματος: Καταχρηστικός ο όρος βάσει του οποίου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το ακριβές ποσό του καταβλητέου μισθώματος και επομένως και της συνολικής οφειλής του μισθωτή. Αναγνώριση της ακυρότητας του συνόλου της επίδικης σύμβασης και της παρεπόμενης σύμβασης εγγύησης. Επιστροφή ποσού ΦΠΑ ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.

"Από τους ανωτέρω όρους προκύπτει ότι ο υπολογισμός εκάστου μισθώματος στην συγκεκριμένη σύμβαση, θα προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του τυπικού μισθώματος με την οριστική αξία του μισθίου. Η οριστική αξία του μισθίου, όμως, όπως αναφέρεται ανωτέρω δεν είναι γνωστή στα συμβαλλόμενα μέρη κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στη σύμβαση θα διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποκτήσεως των μισθίων (εν προκειμένω του λεωφορείου), με βάση το σύνολο των δαπανών στις οποίες υπεβλήθη ο εκμισθωτής για την απόκτησή τους. 
Με τον τρόπο αυτόν, όμως, δεν καθίσταται σαφές στον μισθωτή ποιο θα είναι το ακριβές ποσό που καλείται να πληρώσει βάσει της ανωτέρω συμβάσεως. Ο μονομερής καθορισμός του ύψους του μισθώματος, με βάση μάλιστα έναν, εκ προοιμίου, απροσδιόριστο, κατά τη σύναψη της σύμβασης, παράγοντα ο οποίος καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την εκμισθώτρια εταιρία (τις δαπάνες αποκτήσεως του μισθίου), δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι πληροί τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση προϋποθέσεις διαφάνειας και σαφήνειας τις οποίες απαιτεί ο νόμος 2251/1994 στον καθορισμό των όρων των συμβάσεων. 
Είναι αδύνατο στην προκειμένη περίπτωση να υπολογιστεί, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, το ακριβές ποσό του καταβλητέου μισθώματος και επομένως και της συνολικής οφειλής του μισθωτή, όταν από την ίδια τη σύμβαση προκύπτει ότι αυτό θα προκύψει αργότερα, σε ακαθόριστο, από τη σύμβαση, μελλοντικό χρονικό σημείο, με βάση και τις δαπάνες που θα έχει κάνει η εκμισθώτρια για την απόκτηση του μισθίου. Με τους υπό κρίση όρους, επομένως, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να καθίστανται οι συγκεκριμένοι όροι παράνομοι και καταχρηστικοί. 
Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, παραβιάζεται η προαναφερθείσα, στη μείζονα πρόταση, αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, μόνο ο εκμισθωτής είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει το πώς θα διαμορφωθεί το τελικό ποσό τόσο των επιμέρους μισθωμάτων, όσο και της συνολικής οφειλής του εκμισθωτή, ενώ παραβιάζεται και η αρχή που και ο νόμος 2251/1994 έχει καθορίσει στο εσωτερικό δίκαιο που αναφέρει ότι οι όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής (βλ. και ΟλΑΠ 14/2007 ΝΟΜΟΣ). 
Γενομένης, επομένως, δεκτής, ως βάσιμης από ουσιαστικής άποψης, της υπό στοιχείο Α) κύριας βάσεως της αγωγής, και παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών, επικουρικότερων, βάσεων της αγωγής, πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης υπ’ αριθ....συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, δεδομένου ότι η ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου επιφέρει ακυρότητα του συνόλου της σύμβασης, ένεκα του ότι εάν ο μισθωτής γνώριζε εκ προοιμίου ότι δεν είναι δυνατός ο εκ των προτέρων υπολογισμός του καταβλητέου μισθώματος και συνακόλουθα το τελικά διαμορφωμένο ύψος της οφειλής από την επίδικη σύμβαση, είναι προφανές ότι δεν θα προέβαινε σε κατάρτιση της τελευταίας. 
Δεδομένης, δε, της ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, δεν απορρέει εξ αυτής, έγκυρη οφειλή και, αφού η εγγύηση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα και προϋποθέτει έγκυρη οφειλή (ΑΚ 850), είναι εντεύθεν άκυρη, η με ίδια ημερομηνία με την κύρια σύμβαση, σύμβαση εγγύησης, με την οποία ο δεύτερος ενάγων εγγυήθηκε έναντι της τράπεζας, την καταβολή της οφειλής του πρώτου ενάγοντος. 
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα τους, να επικαλεσθούν την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης, ένεκα του αυτοί κατέβαλαν κανονικά και αδιαμαρτύρητα τις δόσεις τους, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση, για τους όρους της σύμβασης ή το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, περί αδιαμαρτύρητης καταβολής των τοκοχρεολυτικών δόσεων από τους ενάγοντες, δεν καθιστούν, άνευ ετέρου, μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τους και συνακόλουθα καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού (πρβλ. και ΕφΑΘ 1471/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)… 
...Θα πρέπει να γίνει δεκτό το υπό στοιχείο 10) αίτημα των εναγόντων ήτοι να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στους ενάγοντες ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ένεκα της ακυρότητας της σύμβασης, το ποσό των 11.604,84 €, το οποίο χρέωσε στους ενάγοντες, ως ΦΠΑ, αφού καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία...
Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη…"


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΕιρΑκράτας 9/2017: Η κατανομή του βάρους της απόδειξης στη δίκη της ανακοπής

Με την 9/2017 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Ακράτας ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής λόγω παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/75.

Ωστόσο, η απόφαση περιλαμβάνει μια εξαιρετική τεκμηρίωση αναφορικά με την κατανομή του βάρους της απόδειξης στη δίκη της ανακοπής. 

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν δέχτηκε την ένσταση αοριστίας, όπως την δέχονται αρκετές -ύποπτα συνεπείς στην αστοχία- αποφάσεις (ιδίως των Μονομελών Πρωτοδικείων), αλλά απεναντίας, εφαρμόζοντας ανόθευτες μείζονες προτάσεις του δικανικού συλλογισμού,  

α) ερμηνεύει τη λειτουργία της δικονομικής συμφωνία περί της αποδεικτικής ισχύος των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ως ανταποδεικτική συμφωνία με τις εντεύθεν συνέπειες,

β) διατυπώνει το συμπέρασμα ότι το βάρος της απόδειξης των θετικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση ΔΠ το φέρει ο δανειστής και όχι ο εκάστοτε ανακόπτων,

γ) αναφέρει ότι η απαίτηση αναφοράς κονδυλίων συνιστά ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους της απόδειξης.

Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης για μελέτη, ενώ για όποιον θέλει να το χρησιμοποιήσει ως νομολογιακή αναφορά, το αρχείο (σε μορφή pdf) είναι διαθέσιμο εδώ.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ένσταση αοριστίας και αναστολή εκτέλεσης, υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΕ

Διάβασα την τελευταία δημοσίευση του κου Χρήστου Τριανταφυλλίδη στο ΔΕΕ, σχετικά με το ορισμένο των λόγων της ανακοπής σε υποθέσεις τραπεζικών δανείων σε ελβετικό φράγκο και ομολογώ, ότι δοκίμασα μια ευχάριστη έκπληξη από το ανάγνωσμα. Αυτή η έκπληξη αποτέλεσε και την αφορμή για αυτή την ανάρτηση.

Όπως ίσως είναι γνωστό (όπως, άλλωστε, με άλλο τρόπο, περιγράφω και στον υπότιτλο αυτού του ιστολογίου) υπάρχει μια μερίδα δικαζόντων, η οποία δικάζοντας με προσωπική θέση και βούληση νομιμοποίησης, εξακολουθεί να απορρίπτει ανακοπές και αγωγές καταναλωτών κατά τραπεζών υπό την παρωχημένη αιτιολογία της αοριστίας.

Κατ' αρχάς, συγκέντρωσα μια σειρά τέτοιων αποφάσεων, οι οποίες "βγάζουν μάτια" (και για το λόγο αυτό, θα τις σχολιάσω σύντομα, στην σχετική ενότητα αυτού του ιστολογίου, πιστεύοντας ότι οι σχετικές αποφάσεις σε πρώτη φάση θα παράξουν άφθονο γέλιο).

Όμως, προτού φτάσω στο σχολιασμό των αποφάσεων αυτών (ο σχολιασμός είναι μόνο το πρώτο βήμα, άλλωστε...) αποφάσισα να εκθέσω τη νομική αβασιμότητα (κοινώς, την παρανομία), όλης αυτής της ύποπτα επίμονης μερίδας της Ελληνικής νομολογίας, που εφηύρε το κατασκεύασμα της αοριστίας, χάρη στην οποία Ελληνική δικαιοσύνη, πολιτεία και τράπεζες, συμπορεύονται, πλήσμονες υποκρισίας και αστικού καθωσπρεπισμού.

Για το λόγο αυτό, είχα δυο δυνατότητες. Η πρώτη δυνατότητα ήταν να συγκεντρώσω το σύνολο των αποφάσεων των Ελληνικών δικαστηρίων για να τεκμηριώσω τις απόψεις μου. Όμως, στην Ελληνική νομολογία, για κάθε απόφαση, υπάρχει και μια αντίθετη, κατά τρόπο που αναλώνεται όχι μόνο η αξιοπιστία ανθρώπων και θεσμών αλλά καταλήγει να αναιρείται η ίδια η έννοια της επιστημονικότητας του Δικαίου.

Έτσι, κατέφυγα στη δεύτερη δυνατότητα. Αυτή η δυνατότητα ήταν να θεμελιώσω όλους μου τους ισχυρισμούς αποκλειστικά σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, ως αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δεσμευτική και για τα Ελληνικά Δικαστήρια.

Με αυτό το ιστορικό προέκυψε το παρακάτω κείμενο, στο οποίο -θεωρώ ότι- κονιορτοποιείται η ένσταση της αοριστίας και αποδεικνύεται, ότι τα Ελληνικά δικαστήρια δικάζουν και εκδίδουν παράνομες αποφάσεις, όταν απορρίπτουν ένδικο βοήθημα καταναλωτή σε βάρος προμηθευτή, υπό το ψευδεπίγραφο πρόσχημα της αοριστίας.

Στην πορεία της έρευνας αυτής βέβαια προέκυψε και επιπλέον το εξής: Ότι η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ, με την οποία ήταν δυνατό να διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως σε διαδικασία εκτέλεσης, κατά τον τρόπο με τον οποίο έγινε, δηλαδή αδιάκριτα και δίχως να παρέχει δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης, σε διαδικασία εκτέλεσης που κινείται μετά από εκτελεστό τίτλο που απέκτησε προμηθευτής σε βάρος καταναλωτή, ερειζόμενο σε σύμβαση περιέχουσα άκυρους ως καταχρηστικούς ΓΟΣ, δημιουργεί αντίθετο με το Κοινοτικό Δίκαιο κενό και καθιστά παράνομη την εξ αυτής της αιτίας αδυναμία αναστολής εκτέλεσης. Έτσι, αναλύθηκε και το ζήτημα αυτό, με την θεμελίωσή του να γίνεται αποκλειστικά σε αποφάσεις του ΔΕΕ.

Για όλα τα παραπάνω συμπεριλήφθηε κι ένα αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Αφορμή για το συγκεκριμένο αίτημα ήταν ότι όλο αυτό τον καιρό που διάβαζα αποφάσεις και έγραφα αυτό το κείμενο, ανακάλυψα πόσα προδικαστικά ερωτήματα έχουν απευθύνει τα Ελληνικά δικαστήρια στο ΔΕΕ, αναφορικά με τα θέματα αυτά. Να σας πω πόσα είναι;

ΚΑΝΕΝΑ.  

Φαίνεται ότι εξωθεσμικοί παράγοντες δημιούργησαν το στεγανό που φέρει τον θεσμικό τίτλο "Ελληνική δικαιοσύνη" και είναι καιρός, αυτά τα στεγανά να σπάσουν, προς όφελος και μιας δικαιοδοτικής ενοποίησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η χρήση του κειμένου είναι προφανώς ελεύθερη αλλά ο γράφων προτείνει τη συμπερίληψή του σε ανακοπές, στις οποίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλής η αοριστία. Εννοείται ότι το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε διαδικασίες αγωγών (αρνητικών αναγνωριστικών, καταψηφιστικών ή αγωγών κακοδικίας) ή ακόμα και μηνύσεων (κατά την άποψή μου, εφόσον το κείμενο αυτό έχει περιληφθεί σε ένδικο βοήθημα, τυχόν μεταγενέστερη παράνομη απόφαση παρέχει δυνατότητα έρευνας της τυχόν τελεσθείσας παράβασης καθήκοντος...).

Κάθε εμπλουτισμός ή διόρθωση είναι ευπρόσδεκτη.
Για όποιον χρειάζεται το κείμενο (σε επεξεργάσιμη μορφή word) μπορεί να το κατεβάσει από ΕΔΩ, ενώ ακολουθεί προεπισκόπηση για τη μελέτη του.


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Απόφαση ΔΕΕ C-110/14: Καταναλωτής ακόμα και ο δικηγόρος έναντι της τράπεζας

Με την εν λόγω απόφασή του το ΔΕΕ διατυπώνει μια σειρά από σκέψεις, σχετικά με την συνάφεια που μπορεί να έχει ένα υψηλό γνωστικό επίπεδο του πελάτη τράπεζας, όπως πχ το γνωστικό επίπεδο ενός δικηγόρου, όταν αυτός απευθύνεται σε τράπεζα, προκειμένου να δανειοδοτηθεί. 

Από την εν λόγω απόφαση κράτησα ιδίως, τις σκέψεις 21, 22 και 23 σύμφωνα με τις οποίες

21   Η έννοια του «καταναλωτή», κατά το άρθρο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/13, έχει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 28 έως 33 των προτάσεών του, αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τις συγκεκριμένες γνώσεις που ενδέχεται να έχει το οικείο πρόσωπο, ούτε από τις πληροφορίες που αυτό πράγματι διαθέτει.
22    Ο εθνικός δικαστής ο οποίος επιλαμβάνεται διαφοράς αφορώσας σύμβαση που ενδέχεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής υποχρεούται να εξακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, τους όρους της συμβάσεως αυτής, κατά πόσον ο δανειολήπτης μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καταναλωτής» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Faber, C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψη 48).
23    Για τον σκοπό αυτό, ο εθνικός δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως και, κυρίως, τη φύση του αγαθού ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της εξεταζόμενης συμβάσεως, που δύνανται να αποδείξουν για ποιό σκοπό αποκτάται το αγαθό ή παρέχεται η υπηρεσία.


Η έννοια του καταναλωτή λοιπόν έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. 

Δεν έχει υποκειμενικό. Δεν εξαρτάται από γνώσεις που ενδέχεται να έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε καν από τις πληροφορίες που αυτό διαθέτει. Δεν το λέω εγώ. Το ΔΕΕ το λέει...

Ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξακριβώσει εάν ο εκάστοτε δανειολήπτης φέρει την καταναλωτική ιδιότητα, λαμβάνοντας υπόψη του τους όρους της συμβάσεως.
Επίσης, δεν το λέω εγώ. Το ΔΕΕ το λέει...

Αντίθετα και απέναντι στις παραπάνω εύλογες, είναι η αλήθεια διατυπώσεις, υπάρχει, ως συνήθως, μια πρόθυμη μερίδα Ελλήνων δικαστών, οι οποίοι στις αποφάσεις τους περιλαμβάνουν αξιολογικές κρίσεις του στυλ 
"...ο τάδε  είναι έμπορος με γνώση της αγοράς και συναλλακτική εμπειρία..." ή 
"ο τάδε έχει σπουδάσει καλιγωτής στο τμήμα καλιγώματος ψύλλων του πανεπιστημίου της Κάτω Ραχούλας κι ως εκ τούτου έχει το γνωσιακό υπόβαθρο να αντιληφθεί τους όρους της σύμβασης που υπέγραφε...". 

Όπως καταλαβαίνετε, αυτή η μερίδα των πρόθυμων δικαστών, στην ουσία εκτίθεται, κάθε μέρα που περνάει, ολοένα και περισσότερο. 

Είναι σαν να τους έχει βάλει στο στόχαστρό του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρόθεση να αποδομήσει κάθε διαπίστωση και κάθε παραδοχή τέτοιου είδους και περιεχομένου, η οποία περιλαμβάνεται στις ύποπτα άστοχες νομιμοποιητικές τους αποφάσεις.

Όπως και να έχει, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ σε συνδυασμό με τις κατά περίπτωση αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από διάφορα δικαστήρια της χώρας, γεννά αποζημιωτικά δικαιώματα κάποιου πολίτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, χάρη σε αδικοπραξία Ελληνικού δικαστηρίου.

Άψογα. Προκειμένου να διασωθούν τραπεζικές απαιτήσεις αμφισβητούμενης νομιμότητας, επιλέγεται η οδός της νομιμοποίησής τους, ένεκα της οποίας θα καταλήξουν οι εν λόγω απαιτήσεις να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και να πολλαπλασιάζουν το χρέος της χώρας.

Για να διασωθούν οι τράπεζες. 
Οι οποίες από την αρχή της κρίσης επιδοτήθηκαν πολλαπλώς από το Ελληνικό Δημόσιο ήτοι έλαβαν ανακεφαλαιοποιήσεις άνω των 80 δις €. Το σύνολο των Ελληνικών τραπεζών έλαβαν κρατικές ενισχύσεις μέσω παροχής ρευστότητας και εγγυήσεων του Ελληνικού δημοσίου, ύψους τουλάχιστον, 175 δις ευρώ. 

Οι οποίες έλαβαν και σημαντική οικονομική ενίσχυση με την μορφή της ανακεφαλαιοποιησης το 2012, ύψους 40 δις ευρώ βάσει δανείων που έλαβε το Ελληνικό Δημόσιο και τα πληρώνουν οι φορολογούμενοι. 

Οι οποίες ενισχύθηκαν στο παρελθόν με τους ν 3845/2010 (ΦΕΚ 65/06-05-2010,) ν 3872/2010 (ΦΕΚ 148/03-09-2010) ν 3965/2011(ΦΕΚ 113/18-11-2011) ν 4031/2011 (ΦΕΚ 256/09-12-2011) ν 4056/2012 (ΦΕΚ 52/12-03-2012) και ΠΝΠ (ΦΕΚ 203Α/14.09.2011).

Οι οποίες ενισχύθηκαν με την παροχή ρευστότητας από την προσφυγή τους στο Μηχανισμό Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), ήτοι του λεγόμενου «Emergency Liquidity Assistance (ELA)» συνολική παροχή ρευστότητας 90 δις ευρώ. 

Οι οποίες έλαβαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και από την προσφυγή τους στο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.), δια του Πυλώνα II συνολική παροχή ρευστότητας 85 δις ευρώ.

Και τώρα, με άστοχες αποφάσεις κάποιων πρόθυμων Ελλήνων δικαστών, θα ωφεληθούν εκ νέου, αφού αυτές, χάρη σε νομολογημένους ως δήθεν νόμιμους εκτελεστούς τίτλους (βλ Διαταγές Πληρωμών) θα εισπράξουν ακόμα και με αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας των δανειοληπτών, το επιτασσόμενο κεφάλαιο, αλλά τελικά, το Ελληνικό Δημόσιο πιθανότατα θα κληθεί ξανά, να πληρώσει το μάρμαρο, ακόμα κι αν χρειαστεί προσφυγή των δανειοληπτών στο ΕΔΑΔ...

Τελικά, η παρακμή μιας χώρας φαίνεται πρώτιστα από την παρακμή της δικαιοσύνης της...
Πώς αντέχετε τόση κατάντια;

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Nέες αποφάσεις του ΔΕΕ

Η πρώτη απόφαση αφορά το δεδικασμένο από Συλλογικές Αγωγές (αγωγές παραλείψεως) και τον τρόπο με τον οποίο, το δεδικασμένο αυτό επεκτείνεται ακόμα και σε προμηθευτή, ο οποίος δεν συμμετείχε ως διάδικος στην αρχική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της Συλλογικής Αγωγής, εφόσον ο τελευταίος χρησιμοποιεί ΓΟΣ που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα με τον κριθέντα άκυρο ως καταχρηστικό.

Το σημαντικότερο στοιχείο της απόφασης δεν είναι ότι επαναλαμβάνει τις διατάξεις του αρ 10 του Ν. 2251/1994 αλλά ότι ως ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ για την επέκταση του δεδικασμένου, τάσσει 
ότι ο επαγγελματίας αυτός έχει το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής, τόσο κατά της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ισοδυναμίας των υπό σύγκριση ρητρών, η οποία έγκειται στο κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη όλων των ειδικών περιστάσεων κάθε υποθέσεως, οι ρήτρες αυτές είναι ουσιαστικώς πανομοιότυπες, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα που παράγουν εις βάρος των καταναλωτών
Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό, νόμω αβάσιμη και αντισυνταγματική φαίνεται η σπουδή ελλήνων δικαστών να αναγνωρίζουν ότι δήθεν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και επίκλησης του δεδικασμένου, καθώς δεν υπάρχει δήθεν ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της δίκης που κρίθηκε και της επίδικης, κάθε φορά υπόθεσης. 

Κάποια ελληνικά δικαστήρια, κατά προσφιλή τους μέθοδο, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 29 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβιάζουν τελικώς και τα δυο, δημιουργώντας αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, υπό τις προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15. Ενδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

Η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑568/14 έως C‑570/14. Σύμφωνα με αυτήν
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία δεν επιτρέπει στον δικαστή, σε περίπτωση ασκήσεως ατομικής αγωγής από καταναλωτή με αίτημα την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση του τελευταίου με επαγγελματία, να διατάξει αυτεπαγγέλτως, για όσο χρόνο το κρίνει σκόπιμο, τη λήψη προσωρινών μέτρων εν αναμονή της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί εκκρεμούς συλλογικής αγωγής με την οποία θα δοθεί λύση που θα ισχύσει και για την ατομική αγωγή, ακόμη και όταν τέτοια μέτρα είναι αναγκαία προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται ο καταναλωτής βάσει της οδηγίας 93/13.

Υπό την παραπάνω παραδοχή, ομοίως με εσφαλμένες μείζονες προτάσεις του δικανικού συλλογισμού, κάποια ελληνικά δικαστήρια, αρέσκονται να εκδίδουν απορριπτικές αποφάσεις, ιδίως σε αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία ασκούν καταναλωτές-δανειολήπτες δανείων CHF εναντίον τραπεζών. Συνήθης αιτιολογία των αποφάσεων αυτών είναι ότι οι αιτήσεις των δανειοληπτών είναι απορριπτέες, είτε διότι δεν υπάρχει το κατεπείγον, είτε διότι με αυτές δήθεν διώκεται η πλήρης ικανοποίηση δικαιώματος.

Έτσι, με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, που περιγράφτηκε παραπάνω, κάποια ελληνικά δικαστήρια, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 23 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή, τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Η μόνη διαφορά εν προκειμένω είναι η εξής: Οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπόκεινται σε κανένα τακτικό ένδικο μέσο κι ως εκ τούτου, για αυτές, ήδη από την έκδοσή τους, πληροίται η απαίτηση της νομολογίας του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία, αποζημιωτική ευθύνη του κράτους μέλους μπορεί να ιδρυθεί εφόσον η απόφαση, εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Έτσι, οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβίασαν τελικώς και τα δυο, δημιούργησαν ήδη άμεση αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στην ειδική αυτή περίπτωση, πληρούνται και οι προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15, αλλά και εφόσον η καταχρηστικότητα των ΓΟΣ περί χορήγησης δανείων έχει ήδη κριθεί, έστω και σε πρώτο βαθμό με την 334/2016 ΠΠΑθΕνδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

de jure app