Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΜονΠρωτΚορίνθου 102/2013: Ακυρώνεται διαταγή πληρωμής λόγω καταχρηστικότητας επιτοκίου

Απόφαση επί ανακοπής (που δημοσιεύω μετά από σχετική άδεια που έλαβα από τον συνάδελφο και καλό μου φίλο, Θανάση Ράπτη, πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος), με την οποία  ακυρώνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου διαταγή πληρωμής λόγω καταχρηστικότητας επιτοκίου σε πιστωτική κάρτα.

Το σκεπτικό της απόφασης φαίνεται απλό αλλά απεναντίας, είναι θεαματικό και αξίζει συγχαρητηρίων! 

Ακολουθεί τους Νόμους, τη νομολογία, την δικαιϊκή αλλά και την κοινή λογική και άπτεται σημαντικών νομικών ζητημάτων τα οποία χειρίζεται με απίστευτη διαύγεια και ευθυκρισία!

Ειδικότερα, αξίζουν συγχαρητήρια στην κα Πρόεδρο, που, αφενός αντελήφθη την ομοιότητα λειτουργίας μιας πιστωτικής κάρτας με έναν αλληλόχρεο λογαριασμό και ως εκ τούτου, απέρριψε την ένσταση αοριστίας της τράπεζας (λόγω μη αναφοράς ειδικότερων κονδυλίων), αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του δανειολήπτη να αμφισβητήσει το σύνολο του φερόμενου ως χρεωστικού καταλοίπου, λόγω καταχρηστικότητας του επιτοκίου και αφετέρου, αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις του Ν.2251/1994 (νόμος περί προστασίας των καταναλωτών) για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ' αναλογία σε κάθε δανειολήπτη, ανεξάρτητα εάν ο εκάστοτε τραπεζικός πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή εμπορικής του δραστηριότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της τράπεζας.

Ακολουθεί το κείμενο της αποφάσεως 

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

ΕιρΑθηνών 7316/2013: Ουσία αβάσιμη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής

Με την υπ' αριθμ 7316/2013 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών απεφάνθη επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και την απόδοση της νομής αυτοκινήτου (λόγω χρηματοδότησης από την Credicom), ότι η κριθείσα αίτηση είναι ουσία αβάσιμη, επειδή στην άδεια κυκλοφορίας δεν αναγράφεται η παρακράτηση της κυριότητας. Σύμφωνα με την απόφαση, η καθ' ης η αίτηση λογίζεται (συν)νομέας του πράγματος.


Ακολουθεί το κείμενο της (ακαθαρόγραφης) απόφασης



Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΕιρΚαλαμάτας 32/2013: Πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου

Αντιγράφω μόνο το τελευταίο -απολύτως σωστό, κατά την άποψή μου και χαρακτηριστικό μέρος- μιας (ακόμα) μεγάλης Ειρηνοδικειακής απόφασης.

"...Το άρθρο 9 του Ν. 3869/2010, ορίζει μόνο το ανώτατο όριο (...μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό...) του ποσοστού καταβολής, επιτρέποντας έτσι στο Δικαστήριο να εξειδικεύσει κατά περίπτωση, ενώ ταυτόχρονα παρέχεται το νομοθετικό έρεισμα για τον ορισμό ακόμη και μηδενικής καταβολής.

Ο νόμος στην μεν περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 επιτρέπει ρητά τις μηδενικές καταβολές, στην δε περίπτωση της παρ. 9 δεν τις επιτρέπει άμεσα, αλλά έμμεσα, με το να θέτει μόνον το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής. 

Το επιτρεπτό μηδενικής καταβολής και κατά την εφαρμογή του άρθ. 9 του ως άνω νόμο, προκύπτει, ασχέτως της μη αναφοράς του και από την ερμηνεία της διατάξεως αυτής κατά τις γενικές αρχές του δικαίου. 

Ειδικότερα η κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου, θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ εάν το Δικαστήριο στερήσει αυτήν την δυνατότητα στην αιτούσα τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του."

Ακολουθεί το κείμενο της αποφάσεως



Πηγή: Lawnet.gr

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Διαταγή Πληρωμής για τιτλοποιημένο δάνειο;;;

Α. ΤΟ ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Για την διευκόλυνση του αναγνώστη, ας υπολάβω ως πραγματικό, ότι:

Ο δανειολήπτης Α έλαβε έντοκο δάνειο από την Τράπεζα Τ την 1-6-2005. Στη δανειακή σύμβαση συμπεριελήφθη μεταξύ των υπολοίπων ΓΟΣ η ρήτρα περί τοκαριθμικού υπολογισμού των τόκων. Για τον υπολογισμό των τόκων συμφωνήθηκε επιτόκιο της τάξης του 10% και επιτόκιο υπερημερίας της τάξης του (10+2,5=) 12,5%. Ο δανειολήπτης Α την 1-2-2013 περιέρχεται σε υπερημερία (ας υποθέσουμε ότι υπερβαίνει τις 90 ημέρες σε καθυστέρηση εξόφλησης των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών του δόσεων). Η Τράπεζα Τ την 1-6-2013 εκχωρεί στην εταιρία ειδικού σκοπού Ε το σύνολο των απαιτήσεών της από δάνειο (δηλαδή, την απαίτηση στο επιστρεπτέο κεφάλαιο, τους τόκους κάθε μορφής –συμβατικούς, υπερημερίας, εξ ανατοκισμού- τα έξοδα, τις προμήθειες κλπ) και παραμένει απλή διαχειρίστρια. Στη συνέχεια, η απαίτηση αυτή αναμεταβιβάζεται στην Τ από την Ε την 1-7-2013. Η Τ, ως τελικός δικαιούχος της απαίτησης κι ενόψει της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής (υπερημερίας του δανειολήπτη) την 1-10-2013 καταγγέλλει τη δανειακή σύμβαση και την ίδια ημέρα επιδίδει την καταγγελία στον δανειολήπτη. Την 1-12-2013 αιτείται την έκδοση Διαταγής Πληρωμής. Προσκομίζει ενώπιον του Δικαστή όλα τα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται η δανειακή σύμβαση, η κίνηση του λογαριασμού του δανείου, τα έγγραφα της τιτλοποίησης, εξώδικες καταγγελίες κλπ και τελικώς, πετυχαίνει την έκδοση Διαταγής Πληρωμής.

Κοινοποιώντας το απόγραφο (δηλαδή, το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου) στον δανειολήπτη, τον επιτάσσει να καταβάλλει, κατ’ αρχάς, το επιδικασθέν κεφάλαιο (πλέον επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, εξόδων σύνταξης επιταγής και επίδοσης κλπ).

Στο επιδικασθέν κεφάλαιο έχουν συμπεριληφθεί τα ποσά που αφορούν:
(i) το ποσό του επιστρεπτέου κεφαλαίου, δηλαδή του δανείσματος, προσαυξημένο κατά 
(ii) τους συμβατικούς τόκους που είχαν παραχθεί μέχρι την 31-1-2013, 
(iii) τους τόκους υπερημερίας, από 1-2-2013 έως και 1-11-2013, που έγινε η καταγγελία της σύμβασης και η μεταφορά του δανείου σε οριστική καθυστέρηση, 
(iv) τους τόκους από ανατοκισμό, τα έξοδα, τις προμήθειες και κάθε άλλου είδους χρέωση, η οποία καταχωρίστηκε στην χρεωστική στήλη του λογαριασμού του δανείου, από 1-6-2005 έως και 1-11-2013, που έγινε η καταγγελία.

Αυτή η Διαταγή Πληρωμής είναι νόμιμη; 

Η απάντηση είναι λίγο σύνθετη αλλά θα αποπειραθούμε να δούμε μια πρώτη προσέγγιση, αναλύοντας τα στοιχεία που έχουμε ένα προς ένα.

Β. Ο ΤΟΚΟΣ
Ίσως το σημαντικότερο εγγενές χαρακτηριστικό κάθε δανείου, που χορηγείται από μια ανώνυμη τραπεζική εταιρία είναι το επιτόκιο, από το οποίο υπολογίζεται ο τόκος, που καλείται κάθε φορά να καταβάλλει (πέραν των επιστρεπτέων κεφαλαίων) ο δανειολήπτης.

Ο τόκος, δηλαδή, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κόστους της πίστωσης.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το συνολικό πραγματικό κόστος της εκάστοτε πίστωσης, που απεικονίζεται από το λεγόμενο ΣΕΠΕ (=Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο). Όπως και να έχει, πάντως, κάθε πίστωση έχει κόστος, προερχόμενο κυρίως από τους τόκους που καλούμαστε να καταβάλλουμε για τα επιστρεπτέα κεφάλαια που λάβαμε.

Γ. Ο ΤΟΚΑΡΙΘΜΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΟΚΩΝ
Ο τόκος που βαρύνει κάθε δανειολήπτη υπολογίζεται (όπως αρέσκονται να αναφέρουν οι τράπεζες στις συμβάσεις τους) αλλά αγνοούν οι πολίτες (ακόμα και οι δικαστές), συνήθως, «τοκαριθμικά». 

«Ο τοκαριθμικός υπολογισμός των τόκων συνιστά μαθηματική μέθοδο εκτοκισμού που στηρίζεται στους λεγόμενους «τοκαρίθμους». Κατά τη βαθμιαία, δηλαδή, διαδοχική εξαγωγή του υπολοίπου ενός δανειακού λογαριασμού, μετά από κάθε εγγραφή κονδυλίου, προσδιορίζεται ο τοκάριθμος του εκάστοτε υπολοίπου για το χρόνο, που αυτό παραμένει αμετάβλητο και καταχωριζόταν, μάλιστα, αυτός ανάλογα στην χρεωστική ή πιστωτική στήλη του λογαριασμού, όταν οι υπολογισμοί γίνονταν χειρόγραφα.

«Τοκάριθμος» είναι ο αριθμός που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του υπολοίπου (κεφαλαίου) επί τον χρόνο (ημέρες), που αυτό (δηλαδή, το κεφάλαιο) παραμένει αμετάβλητο και στη συνέχεια, από τη διαίρεση του γινομένου δια του 36.000 (ή 360)».[1]

Όπως καταλαβαίνετε και αποδεικνύεται από την παραπάνω μαθηματική εξίσωση, ο υπολογισμός του τόκου γίνεται ανά ημέρα. Δηλαδή, με βάση τον τοκάριθμο υπολογίζεται ημερησίως ο καταβλητέος τόκος επί του εκάστοτε υπολοίπου που παρουσιάζεται στο λογαριασμό (εφόσον αυτό το υπόλοιπο παραμένει αμετάβλητο για συμφωνημένο χρονικό διάστημα) και αποτελεί το επιστρεπτέο κεφάλαιο.

Ήδη ο υπολογισμός του τόκου με έτος 360 ημερών (δηλαδή, η διαίρεση με το 360) απαγορεύεται από την Ζ1-798/2008 Υπουργική Απόφαση κατ’ εφαρμογή της σχετικής απόφασης του Αρείου Πάγου (ΑΠ 430/2005) και των σχετικών διατάξεων του Ν. 2251/1994 (προστασία καταναλωτών), καθώς η εν λόγω αμετάκλητη απόφαση, ως προκύψασα μετά από αγωγή ενώσεως καταναλωτών, αναπτύσσει ισχύ έναντι πάντων.

Τις τελευταίες μέρες, άλλωστε, έχει προκληθεί αρκετός θόρυβος (τουλάχιστον, διαδικτυακά) σχετικά με το θέμα, μετά από σχετική δημοσίευση του τέως Εισαγγελέα, Ι. Σακκά, στην προσωπική του ιστοσελίδα, οπότε είναι τουλάχιστον ευχερές να έχετε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ζήτημα αυτό με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ.


Μα, θα μου πείτε, άλλος είναι ο τίτλος της ανάρτησης και άλλα αναφέρεις.
Όχι ακριβώς.
Ας κρατήσουμε αυτή την πρώτη σκέψη, για να την ξανασυναντήσουμε παρακάτω.
Ας περάσουμε, τώρα, στην τιτλοποίηση επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Δ. Η ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
Η τιτλοποίηση επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία θεσμίστηκε με το άρθρο 10 του τον ν. 3156/2003, παρέσχε το δικαίωμα σε κάθε ανώνυμη τραπεζική εταιρία να εκχωρεί την απαίτησή της από το εκάστοτε δάνειο (εφόσον, βεβαίως, σχετική συμβατική πρόβλεψη είχε συμπεριληφθεί στην κάθε δανειακή σύμβαση, μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη) σε εταιρίες ειδικού σκοπού, οι οποίες ως εκδοχείς, αποκτούν την απαίτηση από το δάνειο.

Από την σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ τράπεζας και εταιρίας ειδικού σκοπού, ορίζεται, ποιες είναι ακριβώς οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται και από ποια αιτία προέρχονται (πχ αν μεταβιβάστηκε η απαίτηση των επιστρεπτέων κεφαλαίων, η απαίτηση των τόκων, ή συνολικά όλες οι προερχόμενες από το δάνειο απαιτήσεις).

Η σχετική σύμβαση μεταξύ τράπεζας και εταιρίας ειδικού σκοπού και όλα τα έγγραφα που απαιτεί ο Νόμος, καταχωρίζονται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Με την καταχώριση αυτή λογίζεται –κατά πλάσμα δικαίου και κατά απόκλιση του άρθρου 460 του Αστικού Κώδικα- ότι ο εκάστοτε δανειολήπτης έλαβε γνώση της εκχώρησης της απαίτησής του. 

Εν προκειμένω, όπως βλέπετε, δεν σχολιάζω ενδεχόμενες νομοθετικές αστοχίες, δικαιϊκές παράνοιες ή αδικίες, αντισυνταγματικότητες ή αντιφατικότητες των ρυθμίσεων του Ν. 3156/2003 σε σχέση με τις περί εκχωρήσεως διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 455-470), προκειμένου να ενισχύσω την, ούτως ή άλλως ασθενή θέση του εκάστοτε δανειολήπτη-καταναλωτή. Με ενδιαφέρει μια ακροθιγής περιγραφή της νομικής πραγματικότητας, επί της οποίας θα ακολουθήσει η παρακάτω πολύ συγκεκριμένη προβληματική.

Αξίζει μόνο, εδώ, να σημειωθούν δυο πολύ σημαντικά πράγματα: 
(i) ότι συνήθως η εκχώρηση αφορά το σύνολο της απαίτησης και όλα τα παρεπόμενα δικαιώματα, δηλαδή τους τόκους, τα έξοδα, τις προμήθειες κλπ. και 
(ii) ότι η απαίτηση –συνήθως- αναμεταβιβάζεται τελικά στην τράπεζα, η οποία αποκτά εξ αρχής όλα τα από τη δανειακή σύμβαση κύρια και παρεπόμενα δικαιώματα και επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου της δανειολήπτη, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής. 

Ε. Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ
Μετά από αυτά επανέρχομαι στην ερώτηση που τέθηκε στην αρχή αυτής της ανάρτησης για να απαντήσω εάν η Διαταγή Πληρωμής που αιτήθηκε και πέτυχε η Τράπεζα είναι νόμιμη.

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι μονολεκτική: 
ΟΧΙ. Αυτή η Διαταγή Πληρωμής είναι απολύτως παράνομη.

Αλλά είναι προτιμότερο να εξηγήσω τη διαδρομή της σκέψης μου, ώστε να έχει και κάποια πρακτική χρησιμότητα.

Η Τράπεζα, ως τελικός δικαιούχος της απαίτησης, προέβαλλε ενώπιον του εκδόσαντος Δικαστή, τον ισχυρισμό, ότι είναι δικαιούχος έντοκης απαίτησης την οποία αποδεικνύει εγγράφως, αφενός με την από 1-6-2005 δανειακή σύμβαση και αφετέρου από την αντίστοιχη αναλυτική κίνηση του λογαριασμού (η οποία στο πλαίσιο λειτουργίας σχετικού ΓΟΣ της δανειακής σύμβασης, αποτελεί αφηρημένη αναγνώριση χρέους, σύμφωνα με τα 873-874 ΑΚ και δημιουργεί αυτοτελή ενοχή του δανειολήπτη).

Ωστόσο, εφόσον στη δανειακή σύμβαση διαλαμβάνεται η ρήτρα περί τοκαριθμικού υπολογισμού των τόκων και το σύνολο της απαίτησης (δηλ. η απαίτηση στο δάνεισμα, στους τόκους κάθε μορφής, στα πάσης φύσεως έξοδα, στις προμήθειες κλπ) μεταβιβάστηκε για το χρονικό διάστημα από 1-6-2013 έως και 1-7-2013 στην εταιρία ειδικού σκοπού Ε, τότε για την αντίστοιχη περίοδο, η Διαταγή Πληρωμής δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να συμπεριλάβει τους παραχθέντες τόκους υπερημερίας, τα πάσης φύσεως έξοδα και προμήθειες και κάθε άλλη χρέωση.

Μάλιστα, τούτο συμβαίνει για δυο λόγους:

(i) Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με την ενεργητική νομιμοποίηση της Τράπεζας. Η Τράπεζα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν ήταν δικαιούχος της απαίτησης και των παρεπόμενων δικαιωμάτων. Ως μη δικαιούχος, δεν νομιμοποιείται να ζητά οτιδήποτε για απαίτηση της οποίας ήταν απλή διαχειρίστρια και όχι δικαιούχος. Περαιτέρω, με δεδομένο, ότι οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά ανά ημέρα δανείου, τότε, για το χρονικό διάστημα των 30 ημερών που το δάνειο ήταν τιτλοποιημένο, το ποσό των συμβατικών τόκων αλλά και των τόκων υπερημερίας που προέκυψαν ως απαιτητά (και θα έπρεπε να καταβληθούν την 1-7-2013, στην Εταιρία Ειδικού Σκοπού) είναι απαίτηση της εταιρίας Ειδικού Σκοπού και όχι της ανομιμοποίητης (για το διάστημα αυτό) Τράπεζας.

(ii) Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ίδια την οικονομική κίνηση του δανείου και την αποδεικτικότητα των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας. Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα της τιτλοποίησης, στο οποίο η Τράπεζα ήταν απλή διαχειρίστρια της απαίτησης, η καταχώριση χρεωπιστωτικών κονδυλίων προερχόμενων από τόκους και πάσης φύσεως έξοδα σε βάρος του δανειολήπτη και πολύ περισσότερο η εμφάνιση επί των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας του επιστρεπτέου άληκτου κεφαλαίου δεν είναι νοητή, καθόσον ως απλή διαχειρίστρια η τράπεζα, δεν μπορεί να εμφανίζει στο λογαριασμό του δανείου την απαίτηση ως δική της και για αυτή την αιτία να χρεώνει τον δανειακό λογαριασμό, του οποίου μπορεί μόνο να διαχειρίζεται τις διενεργούμενες χρεωπιστώσεις, επ' ονόματι και για λογαριασμό της Εταιρίας Ειδικού Σκοπού. Οι χρεωπιστώσεις τόκων κάθε φύσης και εξόδων αφορούν αλλότριο λογαριασμό (αυτόν που θα έπρεπε να τηρεί η εταιρία Ειδικού Σκοπού και ο οποίος δεν αφορά τη δανειακή σύμβαση αλλά την μεταβιβασθείσα επιχειρηματική απαίτηση) και όχι τον αρχικό δανειακό λογαριασμό. 

Εν ολίγοις τούτο σημαίνει, ότι για το επίμαχο χρονικό διάστημα που η απαίτηση ήταν τιτλοποιημένη η Τράπεζα, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, θα έπρεπε να προσκομίσει:

(i) είτε σχετική εξοφλητική απόδειξη από την Εταιρία Ειδικού Σκοπού, με την οποία να αποδεικνύεται ότι η Τράπεζα (ενόψει της υπερημερίας του δανειολήπτη) κατέβαλλε εξ ιδίων κεφαλαίων τους τόκους υπερημερίας και τα πάσης φύσεως έξοδα που βαρύνουν τον δανειολήπτη και έτσι υποκατέστησε την Εταιρία Ειδικού Σκοπού στο δικαίωμα απολήψεως των κονδυλίων αυτών, με σαφή αναφορά των καταβληθέντων κονδυλίων (ώστε να μην εμποδίζεται η αποδεικτική δυνατότητα του δανειολήπτη να προβάλλει μεταγενέστερα την ένσταση συμψηφισμού ζημίας και ωφέλειας [2]) 

(ii) είτε στη μεταξύ Εταιρίας και Τράπεζας σύμβαση να γίνεται σχετική υπόμνηση, ότι δικαιούχος των τόκων υπερημερίας, για όσες ημέρες η απαίτηση ήταν τιτλοποιημένη, παραμένει η Εταιρία Ειδικού Σκοπού και όχι η Τράπεζα.

Άλλες λύσεις, όπως η παραίτηση από απαίτηση τόκων υπερημερίας κλπ μάλλον παράγουν οικονομικό αποτέλεσμα που οι Τράπεζες ούτε να ακούν δε θέλουν και γι’ αυτό το λόγο τις παραβλέπω…

Εάν, λοιπόν, τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίζονται στο φάκελο που υποβάλλεται για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής σε απαίτηση που υπήρξε τιτλοποιημένη, τότε παραβιάζεται η αρχή της εγγράφου αποδείξεως και η απαίτηση αποδεικνύεται ανεκκαθάριστη και αβέβαιη. 

Εξάλλου, ενόψει της τιτλοποίησης της απαιτήσεως, ακόμα και αυτή η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού του δανείου παύει να αποτελεί δικονομική συμφωνία αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (ΑΚ 873-874), ιδίως για το μετά την εκχώρηση χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν η απαίτηση αναμεταβιβάστηκε τελικά στην Τράπεζα.

Τούτο συμβαίνει διότι η αναλυτική κίνηση που περιλαμβάνει χρεωπιστώσεις της Τράπεζας, ενόσω αυτή ήταν απλή διαχειρίστρια αλλά και από τη στιγμή που της αναμεταβιβάστηκε η απαίτηση έως και τη στιγμή καταγγελίας του δανείου, έχει ως αιτία της κάθε χρεωπιστωτικής εγγραφής την σύμβαση αναμεταβίβασης μεταξύ Τράπεζας και Εταιρίας Ειδικού Σκοπού και όχι την αρχική δανειακή σύμβαση.

Μάλιστα, σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση της τράπεζας, με την εκχώρηση μεταβάλλει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται από μια απλή δανειακή απαίτηση της Τράπεζας κατά του εκάστοτε δανειολήπτη, σε επιχειρηματική απαίτηση προκύψασα από εκχώρηση και αναμεταβίβαση. 

Επισημαίνεται, έστω και ως εκ περισσού ότι η επιχειρηματική σύμβαση μεταξύ Τράπεζας και Εταιρίας Ειδικού Σκοπού δεν μπορεί να γεννά δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρ ή κατά οποιουδήποτε τρίτου (εν προκειμένω, του δανειολήπτη) ενώ επιπρόσθετα δεν μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες αποδεικτικές και πολύ περισσότερο πραγματικές (οικονομικές) δυσχέρειες άνευ νομίμου αιτίας, για τον τελικό αποδέκτη του σκοπού της συμβάσεως και καταναλωτή του τραπεζικού προϊόντος, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί θεμελιακή διατάραξη της ίδιας της αρχής της πίστεως και των υποχρεώσεων που πηγάζουν από την αρχή αυτή, για κάθε Τράπεζα στο τραπεζικό δίκαιο. 

Συνεπεία αυτού, ο Δικαστής, όχι μόνο οφείλει να μην εκδόσει Διαταγή Πληρωμής αλλά κι αν την εκδόσει επί τη βάσει ελλιπών στοιχείων και εγγράφων, τότε αφενός θα πρόκειται να τετελεσμένη απάτη επ’ ακροατηρίω της Τράπεζας, απάτη σε βάρος του δανειολήπτη, τοκογλυφία (αφού η είσπραξη τόκων επί ανυπόστατης απαιτήσεως δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι άλλο) και αφετέρου ο ίδιος ο Δικαστής θα κινδυνεύει να ελεγθεί πειθαρχικά για την παράλειψή του, να ερευνήσει, ως άλλωστε αυτεπαγγέλτως οφείλει, την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης.






[1] Τα με πλάγια γραφή και εντός εισαγωγικών αναφερόμενα, λήφθηκαν από το εγχειρίδιο του Σπ. Ψυχομάνη, «Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο των τραπεζικών συμβάσεων», Τεύχος Ι, Γενικός Μέρος, Στ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σημ. 746-747-748, σελ 300 και 301.

[2] Η ένσταση συμψηφισμού ζημίας και ωφέλειας είναι ένα, κατά την άποψή μου, πολύ ισχυρό νομικό όπλο στην προκειμένη περίπτωση. 
Ειδικότερα, από τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 προκύπτει με σαφήνεια ότι η Τράπεζα οφείλει το προϊόν της τιτλοποίησης (δηλαδή την - επιχειρηματική - χρηματοδότηση που έλαβε από την εκχώρηση της απαίτησης) να την τηρεί σε διακριτό έντοκο λογαριασμό. 
Αυτό σημαίνει, ότι η Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα της τιτλοποίησης θα έπρεπε να εισπράττει τόκους από την έντοκη κατάθεση, στην οποία είχε καταθέσει το ποσό που εισέπραξε από την εκχώρηση της απαίτησης. 
Με τον τρόπο αυτό, αφενός η Τράπεζα απέκτησε ρευστότητα από την τιτλοποίηση της απαίτησης (ώστε να καλύψει τις κεφαλαιακές της απαιτήσεις) και αφετέρου απέκτησε και πρόσθετη ωφέλεια από τους τόκους της έντοκης κατάθεσης του προϊόντος της τιτλοποίησης.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, το δάνειο, ιδωθέν από τη σκοπιά της δανεικής σύμβασης που μεταχειρίστηκε η Τράπεζα ως επιχειρηματική απαίτηση, παρείχε στην Τράπεζα πολλαπλά οφέλη, τα οποία θα έπρεπε να συνυπολογίζονται, προκειμένου για την σύννομη εκκαθάριση της απαίτησης σε βάρος του δανειολήπτη. Η εκκαθάριση της απαίτησης απαιτεί τον συνυπολογισμό της ωφέλειας που απέκτησε η Τράπεζα, από την εκχώρηση της σχέσης της με τον αντισυμβαλλόμενο/δανειολήπτη, η οποία αποτέλεσε άρμα κερδοφορίας της.
Αλλά ακόμα κι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το δάνειο, μετά την καταγγελία του και την έκδοση διαταγής πληρωμής, εγγράφεται πλέον στις επισφάλειες της τράπεζας και κατά τούτο αποτελεί ζημία της (αν και μάλλον αδόκιμα χρησιμοποιείται εδώ ο όρος ζημία, ενώ πιο εύστοχο είναι να μιλάμε για συμβατική ευθύνη), την πλήρη αποκατάσταση της οποίας αξιώνει η Τράπεζα με την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, τότε, και πάλι, θα έπρεπε να συνυπολογιστούν τα οφέλη που απέκτησε η Τράπεζα από την τιτλοποίηση της απαίτησης.
Κατ' αποτέλεσμα, λοιπόν, σε κάθε περίπτωση η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και ωφέλειας φέρεται, εν προκειμένω, να έχει πεδίο εφαρμογής, καθώς προσβάλλει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και ως εκ τούτου, γεννά  διακωλυτικό λόγο έκδοσης της Διαταγής Πληρωμής.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

ΕιρΠάρου 82/2013: Συνευθύνη των τραπεζών στην υπερχρέωση

Οι τράπεζες δεν είναι άμοιρες ευθυνών…….. η εν λόγω πιστώτρια, θα μπορούσε να αρνηθεί τη δανειοδότηση της αιτούσας, εφόσον διαπίστωνε ότι ήταν μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητα….. αντιθέτως …… δόθηκε στην αιτούσα το ως άνω στεγαστικό δάνειο, εκ 250.000 ελβετικών φράγκων αποβλέποντας στα πρόσκαιρα οφέλη από αυτήν και συντελώντας έτσι στην υπερχρέωση της.

Μία εξαιρετική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου βάζει τα πράγματα στη θέση τους όσον αφορά τη συμβολή των Τραπεζών στην υπερχρέωση των πολιτών και τις επιθετικές πρακτικές προώθησης των προϊόντων τους κατά το παρελθόν. 

Το Δικαστήριο έκρινε πως «αδυναμία  συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός όπως π.χ. πρόβλημα υγείας, αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κλπ. Η αδυναμία της αιτούσας στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται μόνιμη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, του υψηλού ποσοστού ανεργίας των πολιτών, του χαμηλού ύψους των μηνιαίων αποδοχών των εργαζόμενων. Γεγονότων γνωστών σε όλους, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 336 Κ.Πολ.Δ.».
 
Η ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, η οποία θεμελιώνεται στη μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ των υποχρεώσεων που αναλάμβανε και των εισοδημάτων της απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο δόλος πρέπει να αναφέρεται στο χρονικό σημείο μετά την ανάληψη του χρέους και όχι στο χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης.
 
«Εκτός αυτού, μόνο οι πιστωτές βαρύνονται με την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και στη συγκεκριμένη περίπτωση η καθ΄ ης, δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Επιπλέον ο δανειολήπτης, ο οποίος αιτείται τη λήψη δανείου, δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί την πρότασή του. Ιδιαίτερα, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα – εκτός από την έρευνα των οικονομικών των οικονομικών στοιχείων του αιτουμένου του δάνειο (μέσω εκκαθαριστικών, φορολογικών δηλώσεων και βεβαιώσεις αποδοχών) – να διαπιστώσουν αν υπάρχουν άλλες δανειακές υποχρεώσεις του σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών) μέσω του διατραπεζικού συστήματος «Τειρεσίας» και αναλαμβάνουν την ευθύνη της χορήγησης ή μη των δανείων που τους ζητούνται. Έτσι, η εν λόγω πιστώτρια, θα μπορούσε να αρνηθεί τη δανειοδότηση της αιτούσας, εφόσον διαπίστωνε ότι ήταν μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της. Δολιότητα θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της Τράπεζας, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που για οποιοδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους, περιστατικά που δε συντρέχουν στη συγκεκριμένη. Παράλληλα, οι τράπεζες δεν είναι άμοιρες ευθυνών, αφού στα πλαίσια της επιθετικής πρακτική προώθησης πιστώσεων των τραπεζών και του μεταξύ τους ανταγωνισμού που κυριάρχησε κατά τα τελευταία χρόνια στο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, δόθηκε στην αιτούσα το ως άνω στεγαστικό δάνειο, εκ 250.000 ελβετικών φράγκων αποβλέποντας στα πρόσκαιρα οφέλη από αυτήν και συντελώντας έτσι στην υπερχρέωση της. Επιπλέον ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμόρφωσης ή τροποποίησης των όρων των δανειακών συμβάσεων που συνάπτονται με τις τράπεζες αφού πρόκειται για συμβάσεις προσχωρήσεως, σε εκτέλεση των οποίων αυτές (τράπεζες) - αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα, - χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν. Εντούτοις, με επίκληση της ίδιας σύμβασης, σήμερα οι Τράπεζες μεταστρέφουν την άποψη τους και προβάλλουν – αβάσιμα όμως – δολιότητα του δανειολήπτη».
 
Με βάση τα προελεχθέντα, το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010. Ως εκ τούτου όρισε μηδενικές καταβολές έως την έκδοση οριστικής απόφασης και νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό τυχόν μηνιαίων καταβολών την 10η Νοεμβρίου 2014.

de jure app