Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Υπόδειγμα βάσης ανακοπής κατά Διαταγής Πληρωμής, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ


Παρακάτω, παραθέτω μια βάση των ανακοπών μου, η οποία αντλεί το σκεπτικό της από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για την προστασία των καταναλωτών. Με τις κατάλληλες τροποποιήσεις, ελπίζω η βάση αυτή να συνδράμει κάθε συνάδελφο και (γιατί όχι;) Δικαστή στο δύσκολο έργο του. Ακολουθεί το κείμενο:


1Α. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Κατά την πάγια διαμορφωθείσα νομολογία του ΔΕΕ, ο εθνικός Δικαστής οφείλει να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα των ΓΟΣ, που περιλαμβάνει μια σύμβαση προσχωρήσεως, στην οποία ένας καταναλωτής αναγκάζεται να προσχωρήσει, λόγω της εξουσιαστικής και δεσπόζουσας θέσης του πιστωτικού ιδρύματος, όχι μόνο στη συγκεκριμένη συναλλαγή αλλά και εν γένει στην αγορά και τη λειτουργία της τελευταίας. Μάλιστα, ετούτη η αυτεπάγγελτη εξέταση υπαγορεύεται σε κάθε φάση της διαδικασίας, όπως εν προκειμένω, και κατά την «εκδίκαση» της αιτήσεως προκειμένου για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Έννομη συνέπεια της καταχρηστικότητας είναι η ακυρότητα των ΓΟΣ. Η ακυρότητα των καταχρηστικών ΓΟΣ εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο [ΔΕΚ C-240/98 έως 244/98, απόφ 27-6-2000, ΧρΙΔ 2001,36, ΔΕΚ υπόθ C-476/2000, απόφαση 21-11-2002, Cofidis SA/Jean-Luis Fredout, Αρμ 2003,1042 με παρατηρήσεις Τσερκέζη, ΔΕΚ C-372/99 απόφ 24-1-2002 Επιτροπή ΕΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας και ΔΕΚ C-168/2008 απόφ 26-10-2006 Mostaza Claro και η πιο πρόσφατη, υπόθεση C-415/11 – Mohamed Aziz vs Caixa dEstalvis de Catalounya, Tarragona I Manresa (Catalunyacaixa) απόφαση της 14-3-2013].

Με το δεδομένο αυτό, μεταξύ άλλων, το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι: «Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτήν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παρέχει την εξουσία στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή σε κάθε στάση της δίκης, και μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί επιτοκίου υπερημερίας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή» (ΔΕΕ C-618/10, Banco Espaniol de Credito SA κατά Joaquin Calderon Camino, απόφαση της 14-6-2012).

Περαιτέρω, με την από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργική Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ Ζ1-21/17-01-2011 (ΥΑ Ζ1-798/25-6-2008, ΦΕΚ Β, 1353, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ Ζ1-21/17.01.2011, ΦΕΚ 21/Β'/18.01.2011 και ισχύει στο παρόν) και αφού λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001 ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994) αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές», παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί, όπως ο όρος ... στον οποίο ορίζεται ως έτος υπολογισμού του επιτοκίου, το έτος των 360 ημερών. 

Κατά της ανωτέρω από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργικής Απόφασης η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών ήσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με την υπ' αριθμ ΣτΕ 1210/2010, καθώς απέρριψε ως αβάσιμους τους περί του αντιθέτου λόγους ακύρωσης της ΕΕΤ, που αφορούσαν μεταξύ άλλων τους ανωτέρω Γενικούς Όρους Συναλλαγών της υπό κρίση συμβάσεως, οι οποίοι κρίθηκαν ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση.

Α2. ΥΠΑΓΩΓΗ
Εν προκειμένω, εκ των Όρων που απαγορεύτηκαν με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, οι υπ' αριθμ ..., ..., ... περιλαμβάνονται αυτούσιοι και στην υπό κρίση δανειακή σύμβαση, στην οποία προσχώρησα, δίχως να έχω την διαπραγματευτική πρωτοβουλία ή/και την ισχύ, ώστε να επιτύχω τροποποίηση των όρων της και δίχως οι όροι αυτοί να αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης και εξατομικευμένης χορήγησης. 

Απεναντίας, οι ΓΟΣ αυτοί, όντας κατά ομοιόμορφο τρόπο, προδιατυπωμένοι και απευθυνόμενοι σε ευρύ καταναλωτικό κοινό, ετέθησαν μονομερώς από την αντίδικο στη λογική του «πάρ’ το ή άφησέ το». Οι Όροι αυτοί έχουν ήδη νομολογηθεί τελεσίδικα και αμετάκλητα άκυροι ως καταχρηστικοί και ήδη είναι ευθέως παράνομοι, όπως προβλέπει η ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση, που έχει ισχύ ουσιαστικής διατάξεως νόμου (αναλυτικότερα περί των Όρων της συμβάσεως βλ. υπόλοιπους λόγους ανακοπής).

Από τον συνδυασμό αφενός, της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ενδεχόμενη καταχρηστικότητα των ΓΟΣ της επίδικης δανειακής συμβάσεως ακόμα και κατά τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής (δυνάμει της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ), αφετέρου της υπάρξεως της ανωτέρω κανονιστικής ρύθμισης (Ζ1-798 ΥΑ, η οποία αναπτύσσει ισχύ ουσιαστικού Νόμου) και εν τέλει, του γεγονότος ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εισήχθη μετ’ επικλήσεως η επίδικη δανειακή σύμβαση και επομένως, ο δικάσας την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής είχε όλα τα απαιτούμενα νομικά εργαλεία (δηλ. την δανειακή σύμβαση, την Ζ1-798 ΥΑ και την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ) αλλά και την αυτεπάγγελτη υποχρέωση να εκτιμήσει, είτε την νομιμότητα, είτε την παρανομία, άλλως, την καταχρηστικότητα των Όρων που περιλαμβάνονται στην ένδικη σύμβαση, προκύπτει ότι η ανακοπτομένη δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε εκδοθεί, άλλως εξεδόθη κατά παράβαση των διατάξεων του Εθνικού και του Κοινοτικού Δικαίου, που επιβάλλουν την υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, ακόμα και κατά τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής, αποσκοπώντας στην μείζονα προστασία του Καταναλωτή σε Κοινοτικό Επίπεδο, καθώς δεν διεπίστωσε, ως όφειλε, την ύπαρξη παράνομων, άλλως καταχρηστικών ΓΟΣ, στη δανειακή μας σύμβαση.

Εξάλλου, ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την ανακοπτομένη, διατηρούσε αμφιβολίες περί της αρχής της υπεροχής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι των κανονιστικών ρυθμίσεων του Ελληνικού Δικαίου, θα έπρεπε να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα ενώπιον του ΔΕΕ, ώστε να λάβει απαντήσεις σύμφωνες με το αυξημένης τυπικής ισχύος έναντι του Εθνικού, Κοινοτικό δίκαιο και επί τη βάσει της αρχή της υπεροχής, που αναπτύσσει το Ευρωπαϊκό και Κοινοτικό Δίκαιο έναντι των εθνικών ρυθμίσεων, σε συνδυασμό με το 28 του Συντάγματος.

Περί δε του ορισμένου του πορβαλλόμενου ισχυρισμού μου, ουδεμία αναφορά ειδικότερων κονδυλίων απαιτείται, καθόσον η τήρηση των ευρωπαϊκής προελεύσεως Κοινοτικών Οδηγιών για την προστασία του καταναλωτή και η εντεύθεν υποχρέωση του εθνικού Δικαστή να προβεί στην αυτεπάγγελτη έρευνα της συντρέχουσας καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, συνιστά κανόνα δημοσίας τάξεως και δεν πλήττει μόνο την αμφισβητούμενη απαίτηση της τράπεζας αλλά και την ίδια τη δικονομική διαδικασία της έκδοσης της ανακοπτομένης, αφού με την έκδοση της προσβαλλόμενης  διαταγής πληρωμής επλήγησαν οι κανόνες του Ευρωπαϊκού αλλά και του εθνικού δικαίου και έτσι, συνολικά, κατά το μέρος που ο δικάσας δικαστής θεώρησε ως έγκυρους και ισχυρούς τους παράνομους ΓΟΣ, εθίγη η αποδεικτικότητα με έγγραφα.

Έτσι, κατά το μέρος που στο κείμενο της ανακοπτομένης, ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται σχετικά με την διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ της υπό κρίση σύμβασης και το εντεύθεν αποτέλεσμα αυτής της έρευνας, έτι δε περαιτέρω, κατά το μέρος που δεν διαπιστώθηκε η καταχρηστικότητα των υπ' αριθμούς ..., ..., ... Γενικών Όρων Συναλλαγών της υπ' αριθμ ... δανειακής σύμβασης, παραβιάστηκαν οι δημοσίας τάξεως διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει σε συνδυασμό με το 28 του Συντάγματος και τις διατάξεις της ΚΥΑ Ζ1-798/2008.

Για το λόγο αυτό, η ανακοπτομένη  είναι νομικά αβάσιμη και ως εκ τούτου, θα πρέπει να ακυρωθεί και να εξαφανιστεί στο σύνολό της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app