Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Υπόδειγμα αίτησης ανάκλησης απόφασης ασφαλιστικών νομής κινητού

Επειδή δεν συμπαθώ την τραπεζική αυθαιρεσία, ιδίως όπως αυτή εκδηλώνεται δικαστικά, ανεβάζω ένα υπόδειγμα αίτησης ανάκλησης απόφασης Ειρηνοδικείου, που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα νομής κινητού (δηλ. την απόδοση του αυτοκινήτου).

Τούτο γίνεται με την διπλή ελπίδα, αφενός να βοηθηθούν όσοι συμπολίτες μου κινδυνεύουν να χάσουν το αυτοκίνητό τους και αφετέρου, να αναγκαστεί, επιτέλους, η κάθε αντίδικος τραπεζική εταιρία, με την προσδοκία και τη βοήθεια δίκαιων δικαστικών αποφάσεων, να επιδιώκει την είσπραξη των απαιτήσεών της, κατόπιν της δικαστικής εκκαθαρίσεως καθ' αυτής της απαιτήσεως και όχι μέσω συγκεκαλυμμένων διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης επί του πράγματος, με τις οποίες αποφεύγεται κάθε κρίση επί της νομιμότητας ή μη των δανειακών συμβάσεων και των πηγαζόντων εξ αυτών απαιτήσεων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η συγκεκριμένη αίτηση σχεδόν παγίως απορρίπτεται από τα δικαστήρια (κατά την άποψή μου κακώς και contra στην νομολογία του ΑΠ). Ωστόσο οι περιλαμβανόμενοι στο δικόγραφο ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν είτε σε δίκη κατά της εκτέλεσης της απόφασης των ασφαλιστικών (ανακοπή του 933 ΚΠολΔ) συνοδευόμενη από αίτηση αναστολής (938 ΚΠολΔ) είτε σε δίκη έφεσης κατά της απόφασης των ασφαλιστικών (αν και έχω αναρτήσει χωριστό υπόδειγμα έφεσης εδώ). 

Αίτηση ανάκλησης ασφαλιστικών νομής κινητού

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Παράνομο το χαράτσι - Η απόφαση

Παράνομη έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο την είσπραξη του λεγόμενου «χαρατσιού» μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ.

Το δικαστήριο έκανε δεκτή συλλογική αγωγή που κατέθεσαν οργανώσεις και ομοσπονδίες καταναλωτών κατά του μέτρου της είσπραξης του τέλους ακινήτων μέσω της ΔΕΗ.

Σχόλιο: Συγχαρητήρια στους Δικαστές που τολμούν να βάζουν φρένο στην κρατική αυθαιρεσία, αποδεικνύοντας στους σοφούς που ανέλαβαν ευ(εργο)λαβικά να κρίνουν νόμιμα τα πάντα, ότι αφενός εξακολουθούν να υπάρχουν Δικαστές και αφετέρου, ότι ο ρόλος του Δικαστή στην κοινωνία δεν εξαντλείται στην αγωνιώδη νομιμοποίηση της κρατικής παρανομίας αλλά κορυφώνεται και νοηματοδοτείται με την εμπνευσμένη προστασία που αυτός ο Δικαστής παρέχει σε κάθε πολίτη, ενάντια σε κάθε άδικο, από όπου κι αν αυτό προέρχεται.
Και πάλι συγχαρητήρια!

απόφαση-για-ΕΤΗΗΔΕ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Πως θησαύρισαν σε μια νύχτα στην πλάτη της χώρας οι "γνωρίζοντες" την επαναγορά

Μετά το χθεσινό δημοσίευμα περί "Προειδοποίησης-απειλής Σαμαρά στους Ευρωπαίους ότι αν δεν δώσουν την δόση θα πέσει η κυβέρνηση" η βρετανική εφημερίδα Guardian, επανέρχεται σήμερα με πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της το οποίο αμφισβητεί ότι δόθηκε έστω μία βραχυπρόθεσμη λύση αποκαλύπτοντας σειρά λεπτομερειών της συμφωνίας (μείωση επιτοκίων, επιστροφή κερδών από τα ομόλογα, παράταση στην ωρίμανση των δανείων κοκ) και προβλέπει εαιρετικά δυσάρεστες εξελίξεις στο άμεσο μέλλον.

Την ίδια στιγμή προβληματισμό προκαλεί η τιμή επαναγοράς των ελληνικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά που καθορίστηκε στα 35 λεπτά. Κάποιοι θα βγάλουν πολλά-πολλά δισεκατομμύρια ευρώ στην πλάτη της χώρας από την χθεσινη απόφαση του Eurogroup

"Μετά από 12ωρη συζήτηση για τρίτη φορά σε ένα δεκαπενθήμερο, οι υπουργοί, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η Κομισιόν αγωνίζονταν να καταλήξουν σε ομοφωνία, υποδηλώνοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης ότι η προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας θα αποδώσει ή ότι τα τρία χρόνια εφαρμογής των πολιτικών αυτών έφεραν πραγματικά αποτελέσματα. Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάφεραν τίποτα σπουδαίο. Το χρέος είναι εδώ και εξακολουθεί να μην είναι βιώσιμο".

Υπενθυμίζει μάλιστα την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που είχε κάνει την περασμένη εβδομάδας στην οποία αποκάλυπτε ότι το επίπεδο του χρέους θα είναι 144% του ΑΕΠ το 2020 χωρίς να υπάρξει διαγραφή του.

Φυσικά, θα καταλάβατε, ότι πρόκειται για άλλη μια "καλοστημένη" παράσταση από την οποία κάποιοι θα θησαυρίσουν (με την επαναγορά ομολόγων) ενώ ο ελληνικός λαός οδεύει για άλλη μια φορά στο οικονομικό "ικρίωμα" για να απαγχονιστεί. 

Να θυμίσουμε ότι τα ελληνικά ομόλογα διαπραγματεύονταν στην δευτερογενή αγορά από την περασμένη άνοιξη μέχρι χθες μεταξύ 12 και 25 λεπτών και τώρα θα δανειστεί η Ελλάδα για να τα αγοράσει ... 35 λεπτά στο 1 ευρώ!

Φαντασθείτε αυτούς που αγόρασαν μεσοσταθμικά στα 18 λεπτά, ότι τώρα διπλασιάζουν τα λεφτά τους μέσα σε λίγους μήνες άκοπα, ενώ αυτοί που είχαν αγοράσει στα 11 και 12 λεπτά θα τα τριπλασιάσουν!

Οι τιμές των ελληνικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά από τα 11 και 12 λεπτά ανά ευρώ αξίας, πήραν την ανιούσα όταν άρχισε να παίζεται το σενάριο της επαναγοράς χρέους. Ποιος είπε ότι κάποια fund με προσβάσεις στην τρόϊκα δεν είχαν εσωτερική πληροφόρηση;

Οπως αποφάσισε το Eurogroup και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για το σκοπό αυτό θα διατεθούν περίπου 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα χρήματα για την επαναγορά θα προέλθουν από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.

Με το κεφάλαιο των 10 δισεκατομμυρίων θα επαναγοραστεί ελληνικό χρέος ονομαστικής αξίας περίπου 30 δισ. ευρώ. Τα κέρδη αυτών που γνώριζαν και αγόραζαν ελληνικά ομόλογα υπολογίζονται σε 5 δισ. ευρώ μεσοσταθμικά!

Στη νέα του ταινία "All You Need Is Kill" ο Τομ Κρουζ ζει κάθε μέρα το θάνατό του, σαν την ημέρα της Μαρμότας.

Παρομοίως, κάθε τρεις μήνες ο Ελληνικός λαός ζει την δικιά του Μαρμότα με την οικονομική του εκτέλεση που παίζεται κατ' έπανάληψη, ακριβώς ίδια, με τον ίδιο μονότονο τρόπο. Αναζητείται αυτός που θα μας βγάλει από αυτή την χωροχρονική ανωμαλία.

Πηγή: defencenet.gr

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Εισπρακτικές: Κι άλλη δικαίωση

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την υπ. αριθμ. 3383/2012 απόφαση που εξέδωσε, δικαίωσε πολίτη, ο οποίος είχε στραφεί κατά εισπρακτικής εταιρείας διεκδικώντας την επιδίκαση αποζημίωσης για ηθική βλάβη που υπέστη από τις παράνομες πρακτικές που εφάρμοζε η εταιρεία εις βάρος του.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση ύψους 3.000 ευρώ στον ενάγοντα -δικηγόρο, ο οποίος δεχόταν από εισπρακτική εταιρεία συνεχή και προσβλητικά τηλεφωνήματα για ανύπαρκτη οφειλή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το 2009 άγνωστος μπήκε στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα ενώ εκείνος απουσίαζε και έκλεψε το χαρτοφύλακά του, μέσα στον οποίο βρισκόταν και η πιστωτική του κάρτα. Ο δικηγόρος έσπευσε να ειδοποιήσει την τράπεζα και να ζητήσει την ακύρωσή της. Ο υπάλληλος μάλιστα τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε γίνει καμία ανάληψη από τον τραπεζικό του λογαριασμό. Όμως, μόλις τέσσερις μήνες μετά, υπάλληλος εισπρακτικής εταιρείας επικοινώνησε μαζί του και τον ενημέρωσε ότι οφείλει στην τράπεζα το ποσό των 1.100 ευρώ, από αναλήψεις που είχαν πραγματοποιηθεί από την κλαπείσα πιστωτική κάρτα. Μάλιστα, ο ενάγων, παρ’ όλο που εξήγησε στον υπάλληλο το χρονικό των γεγονότων και παρά το ότι κατέθεσε στην τράπεζα αίτηση αμφισβήτησης της εις βάρος του οφειλής, συνέχισε να δέχεται καταιγισμό τηλεφωνημάτων, όχι μόνο στο κινητό του τηλέφωνο αλλά και στο δικηγορικό του γραφείο.

Υπήρξε μάλιστα περίπτωση που σε σχετικό τηλεφώνημα απάντησε συνεργάτης του και ο υπάλληλος της εισπρακτικής δε δίστασε να τον ενημερώσει για την υποτιθέμενη οφειλή και ζήτησε να τον προτρέψει να εξοφλήσει άμεσα. Ο ενάγων, αφού επικοινώνησε με την Προϊσταμένη της εισπρακτικής εταιρείας, η οποία τον ενημέρωσε ότι αυτή είναι η πολιτική που ακολουθείται, κατέφυγε στη δικαιοσύνη προκειμένου να δικαιωθεί.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Κυριακάτικη Δημοκρατία», το δικαστήριο έκρινε ότι οι εισπρακτικές εταιρείες δε δικαιούνται να πιέζουν παράνομα τους πολίτες, ακόμα κι αν αυτοί έχουν υπαρκτή οφειλή σε κάποια τράπεζα. Το Ειρηνοδικείο θα αναγνώριζε δηλαδή την ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα, ακόμα κι αν η οφειλή του ήταν υπαρκτή. 

Επιπλέον, στο αιτιολογικό της απόφασης σημειώνεται ότι σε περίπτωση που κάποιος συναλλασσόμενος έχει χρηματική οφειλή προς τράπεζα, η τελευταία δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων ή σε προσβλητική συμπεριφορά. Καταλήγει μάλιστα αναφέροντας ότι οι καθημερινές τηλεφωνικές ενοχλήσεις ή η με αγενή τρόπο υπενθύμιση της ύπαρξης οφειλών, οι κλήσεις σε τηλεφωνικούς αριθμούς της εργασίας τους ή η ενημέρωση τρίτων προσώπων για οφειλές των πελατών τραπεζών είναι ξεκάθαρα παράνομες.


(Ακαθαρόγραφη) - Η απόφαση δικαίωσης πολίτη για εφαρμογή παράνομων πρακτικών από εισπρακτική, Ειρ.Αθ. 3383...
Πηγή: Lawnet

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η καταγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων, Γιάννη Πενταγιώτη

Σε μια καταγγελία προχώρησε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χανίων, Γιάννης Πενταγιώτης με αφορμή τις κινητοποιήσεις του κλάδου αλλά και τους λόγους για τους οποίους αντιδρούν οι δικαστικοί στα νέα μέτρα.

Διαβάστε την επιστολή του:

«Συνάδελφοι δικαστές και εισαγγελείς σαν απάντηση στους ελάχιστους συναδέλφους που αντιδρούν στις κινητοποιήσεις μας αλλά και στις αμφιβολίες και στις αντιρρήσεις που ήδη εγείρονται για την κλιμάκωση του αγώνα, τις οποίες σέβομαι, αλλά δεν υιοθετώ αναφέρω τα κάτωθι:

Αγωνιζόμαστε ως κλάδος, ως ανεξάρτητη εξουσία ενάντια στην προκλητική παραβίαση του Συντάγματος από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, ενάντια στην κατεδάφιση όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων, ενάντια στην ισοπέδωση της παιδείας και της υγείας του λαού μας, ενάντια στη γενοκτονία που επιχειρείται εις βάρος όλων μας με την μείωση των μισθών και των συντάξεων σε επίπεδα μη βιώσιμα στα πλαίσια δήθεν του αποκαλούμενου δημοσίου συμφέροντος το οποίο όπως φαίνεται σύμφωνα με την 668/20-2-2012 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε συνταγματικό το μνημόνιο σε όλα τα μέτρα του υπερισχύει του ίδιου του Συντάγματος, των άρθρων που κατοχυρώνουν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά και της ΕΣΔΑ.

Εδώ υπάρχει και μια αντίφαση και ειρωνεία των σοφών του ΣτΕ καθώς όλα τα μέτρα που λαμβάνονται στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος για τη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας μας συγχρόνως τα ίδια μέτρα καταστρατηγούν, ισοπεδώνουν το δημόσιο συμφέρον και καταστρέφουν την κοινωνία μας για το καλό της οποίας εφαρμόζονται.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο καθεστώς κατοχής που έχουν επιβάλλει η Τρόικα, οι σύμβουλοί τους, οι αξιωματούχοι της ευρωπαϊκής ένωσης και του ΔΝΤ και οι ντόπιοι και ξένοι τραπεζίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην κυβέρνηση «δωσίλογων» που προσφέρουν γη και ύδωρ στους δανειστές μας εξοντώνοντας το λαό μας με την κατάλυση κάθε είδους εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματός του.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο φαύλο αυτό καθεστώς της δήθεν κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο νομοθετεί ενάντια στη θέληση και βούληση του λαού υποστηρίζοντας ότι διαθέτει λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στη λειτουργία της βουλής οπερέτας και της κυβέρνησης «yes men» που έχουμε, που νομοθετούν πάντα με δημοκρατικό τρόπο ψηφίζοντας όλα τα μέτρα που οδηγούν στην εξόντωση το λαό μας και στη διάλυση το κράτος μας, σε ένα άρθρο, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις και διαρροές. Αλήθεια τι δημοκρατική πρακτική που είναι αυτή. Την επικροτούμε ως δικαστική εξουσία”.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην ανεργία που έχει ξεπεράσει το 30%, αγωνιζόμαστε για τις οικογένειες των 3.000 συμπολιτών μας που αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εξαθλίωση που τις οδήγησε η νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνησή μας.
Αγωνιζόμαστε ενάντια στον ορυμαγδό των νέων αυτών μέτρων λιτότητας και ισοπέδωσής μας, τα οποία κατά τους κυβερνώντες παίρνονται για το καλό μας και για να υπάρξει ανάπτυξη, όμως εδώ και δύο χρόνια συνεχώς βαθαίνει η ύφεση και δεν υπάρχει διέξοδος και τέλος.

Αγωνιζόμαστε για την εθνική μας κυριαρχία και ανεξαρτησία. Αλήθεια μήπως δεν έχετε αντιληφθεί ότι ήδη ζούμε σε καθεστώς κατοχής, δουλείας, αποικιοκρατίας γερμανικής προέλευσης. Ποιος πιστεύει ότι είμαστε ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος που θα δώσει ένα τέλος στην αυτοκαταστροφή του, στο φαύλο κύκλο που μας οδηγεί η προδοτική αυτή πολιτική που δήθεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά μας ως ελληνικό κράτος και πολίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας, στην αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτησή μας από την εθνική κυριαρχία στην οποία προβήκαμε στο άρθρο 14 παράγραφος 5 της δανειακής σύμβασης που υπόγραψε ο υπουργός οικονομικών το Μάιο του 2010 χωρίς την έγκριση και κύρωσή της από τη βουλή και με βάση την οποία εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας οι εκπρόσωποι της Τρόικας και του ΔΝΤ, οι οποίοι με τις ευλογίες των πολιτικών μας συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε αποικία ή μήπως βρίσκονται.

Αγωνιζόμαστε για να διατηρήσει ο καθένας το σπίτι του που με μόχθο και κόπο και με τις οικονομίες του έφτιαξε και αγόρασε και να μη του το πάρει η τράπεζα γιατί με την περικοπή του μισθού του δεν έχει πια τα χρήματα για να πληρώνει το στεγαστικό του δάνειο.

Αγωνιζόμαστε για να έχουν τα παιδιά μας μέλλον σε αυτό τον τόπο και όχι να μεταναστεύουν, να μένουν άνεργα και να αμείβονται με 500 ευρώ.

Αγωνιζόμαστε για να παραμείνουμε ελεύθεροι πολίτες με γνώμη και άποψη και όχι δούλοι, απλοί διεκπεραιωτές και εφαρμοστές των άθλιων νόμων που ψηφίζει η βουλή αυτή των άθλιων εκπροσώπων μας οι οποίοι για άλλη μια φορά αφού υφάρπαξαν την ψήφο του λαού μας με ψευδή διλλήματα περί δήθεν καταστροφή μας αν δεν ακολουθήσουμε πιστά τις οδηγίες των δανειστών μας θεωρούν ότι έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Η μέχρι τώρα στάση μας και η κλιμάκωση του αγώνα μας όχι μόνο δεν είναι αντισυνταγματική και παράνομη όπως θέλουν μερικοί να πιστεύουν και να παρουσιάσουν αλλά αντίθετα υπηρετεί το λαό και το Σύνταγμα που καλούμαστε να εφαρμόσουμε.

Αγωνιζόμαστε για να σταματήσει η προκλητική ισοπέδωση των ατομικών, κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων του λαού μας.
Αγωνιζόμαστε για την προστασία των αδύνατων.

Αγωνιζόμαστε για να μην εξαφανιστεί η φυλή μας, το έθνος μας, η Ελλάδα μας, ο τόπος μας που τόσο ξεδιάντροπα αφανίζεται από τους δήθεν αντιπροσώπους του, από αυτούς που είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά και στην ανομία. Ας πληροφορηθεί λοιπόν η ηγεσία μας, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καθώς και οι εκλεκτοί συνάδελφοι που διαφωνούν με τη στάση μας ότι αγωνιζόμαστε για όλα τα ανωτέρω.

Η μόνη διέξοδος στην κρίση είναι η σθεναρή και αποφασιστική στάση μας για να τεθεί τέρμα στην καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και δικαιοσύνης που βιώνουμε και για να υπάρξει μέλλον στον τόπο μας. Διαφορετικά αν πάψει να υφίσταται και ο θεσμός της δικαστικής εξουσίας, της δικαιοσύνης που τώρα τελευταία με αφορμή τις κινητοποιήσεις μας βάλλεται από παντού και κυρίως από το εσωτερικό του, την ηγεσία του αλλά και τους ίδιους τους λειτουργούς του δεν θα υπάρχει, δεν θα έχει μείνει όρθιο τίποτα πια. Τότε ας συνεχίσουμε να μασάμε το κουτόχορτο που μας προσφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εργολάβοι – καναλάρχες και οι πολιτικοί πάτρωνές τους που θαυμάζουμε στη βουλή και ας συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Γιάννης Πενταγιώτης
Εισαγγελέας Πρωτοδικών»


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ:
Καταθέτω σεβασμό και θαυμασμό για τον Εισαγγελικό λειτουργό.
Εύγε!
Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι δικαστικοί λειτουργοί εντός κοινωνίας...

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

38/2012 Ειρ Κισάββου: ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

Μηδενικές καταβολές σε οφειλέτη για ύψος οφειλής 355.000€ και επανεξέταση της οικονομικής του κατάστασης διέταξε το Ειρηνοδικείο Κισάββου, με την υπ' αριθμ 38/2012 απόφασή του επί αιτήσεως του Ν.3869/2010.

Η απόφαση έχει ως εξής:

Μηδενική-καταβολή-δόσεων-για-υπερχρεωμένη-δανειολήπτρια-με-συνολικές-οφειλές-335-000-ευρώ

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Θέατρο σκιών σε κοινοβουλευτική κλίμακα



Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα (δηλαδή, σε ένα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που έχει καταλήξει κάποιοι να είναι μονίμως διοικούμενοι και κάποιοι άλλοι να είναι σχεδόν κατ’ επάγγελμα κυβερνώντες), σε μια κατ’ αποτέλεσμα αποστειρωμένη κομματοκρατούμενη και πάντως, μόνο κατ’ επίφαση Δημοκρατία (που δεν γνωρίζει καμία άμεση δημοκρατική συμμετοχική δομή σύνθεσης και συναπόφασης, παρά μόνο, τώρα, στις εσχατιές του βίου του γνωστού πολιτικού συστήματος, θυμήθηκε την έννοια της κοινωνικής ευθύνης κι αυτή με την μορφή «όλοι μαζί τα φάγαμε») η ύπαρξη μιας αντισυστημικής αντιπολίτευσης είναι μάλλον το ζητούμενο κάθε σκεπτόμενου και πολιτικοποιημένου πολίτη.

Όμως, στην Ελλάδα των στρεβλώσεων, ακόμα και αυτή η έννοια της αντιπολίτευσης δεν άργησε να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα από αυτό που τουλάχιστον φαίνεται να είχε κατά νου ο Συνταγματικός Νομοθέτης, όταν κατήρτιζε το Σύνταγμα του 1975.

Βλέπετε, τα 30 και πλέον χρόνια της αλληλοδιαδοχής ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στην εξουσία αλλά και στην αξιωματική αντιπολίτευση απετέλεσαν όρο αρκετό και ικανό, ώστε και αυτό, το σχεδόν αυτονόητο εννοιολογικό περιεχόμενο της αντιπολίτευσης να αποκτήσει την έννοια της συστημικής νομιμοποίησης και ταυτόχρονα, να καταστεί η βαλβίδα της κοινωνικής εκτόνωσης, μέσω ελεγχόμενων κομματικών δομών.

Επί 30 και πλέον χρόνια, η διαδοχή στα έδρανα της αντιπολίτευσης είχε χρώμα μπλε ή πράσινο εναλλάξ. Μόνο τώρα, τον Ιούνιο του 2012, η αντιπολίτευση απέκτησε χρώμα κόκκινο.

Αλλά φαίνεται, ότι η στρεβλή πρακτική 30 και πλέον ετών βαραίνει περισσότερο από όσο μπορούν οι πλάτες του κόκκινου Αλέξη και των βουλευτών του να αντέξουν.

Εξηγούμαι: Η ύπαρξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο η συστημική έκφραση ελέγχου κάθε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η ύπαρξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι και ο παράγοντας της συστημικής νομιμοποίησης.

Σε μια απόπειρα παραδειγματικής επεξήγησης, μετέρχομαι το επιχείρημα του βαρβάρου, όπως το συνέλαβε ο Καβάφης. Δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εκτίμησης του πολιτισμού, εάν δεν αντιπαραβαλλόταν ανέκαθεν με την έννοια του βαρβάρου.

Και δεν θα υπήρχε καν ούτε το ηθικό δίλημμα της επιλογής («με τον πολιτισμένο ή με τον βάρβαρο;») αλλά ούτε και αυτή η επιλογή, εάν το σύστημα δεν παρείχε πάντοτε τουλάχιστον δυο (2) δυνατότητες.

Άρα ο βάρβαρος είναι μεν πάντα ο κακός δράκος του παραμυθιού αλλά δεν παύει ταυτόχρονα να είναι και ο λόγος της ύπαρξης και της προσπάθειας επικυριαρχίας του εκάστοτε πολιτισμένου όντος.

Ο βάρβαρος είναι, επομένως, όχι μόνο η αιτία αλλά και η νομιμοποίηση της αντίθετης ύπαρξης, του αντίπαλου στρατοπέδου.

Εκτείνοντας αυτή την θεωρητική προσέγγιση, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι σε αυτό τον αέναο πόλεμο πολιτισμένων και βαρβάρων, οι μάχες κερδίζονται και χάνονται εκατέρωθεν, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι μάχες δίνονται. 
Και μάλιστα, ότι δίνονται με την προοπτική της νίκης.

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το πολιτικό πρόβλημα της «εφαρμοσμένης δημοκρατίας» μας. Το πρόβλημα της Ελληνικής Βουλής, είναι ότι τα εξ ορισμού αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα έχουν επιλέξει να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας άσφαιρα όπλα και στην χειρότερη περίπτωση, σφεντόνες…

«Αντιπαράθεση για τα μάτια του κόσμου;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος.
Αντιπαράθεση, ώστε να θεωρούν, ότι εκφράζονται όλοι μέσα από ένα απολύτως ελεγχόμενο σύστημα, είναι η απάντησή μου. Αντιπαράθεση για να ελέγχεται ο λαός, είναι η (εξουσιαστική) πραγματικότητα. 

Δηλαδή, το πρόβλημα, εν προκειμένω, είναι, ότι ο βάρβαρος της Ελληνικής Βουλής (δηλαδή, ο κόκκινος Αλέξης και η κοινοβουλευτική του ομάδα) εντάχθηκε πλήρως στην εικονικότητα της μάχης, όπως την κληρονόμησε, από τα 30 χρόνια της αλληλοδιαδοχής ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και υιοθετώντας, πλέον, τις στρεβλές έννοιες της «πολιτικής δράσης» και της «πολιτικής ευθύνης», προσπαθεί (ή θέλει να δείχνει ότι προσπαθεί) να βάλλει κατά των τανκς της Τρόϊκας (που επανδρώνονται από τους εδώ τοποτηρητές-κυβερνήτες) με άσφαιρα και σφεντόνες…

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο κυριολεκτικά πολιτικό πρόβλημα, όχι μόνο της παρούσας πολιτικής συγκυρίας αλλά συνολικά, της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Για να το πούμε απλά, όπως το έγραφε και ο Δημήτρης Τσάτσος, το πολιτικό σύστημα, όπως και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, φορά στολές διαφόρων χρωμάτων. Ζούμε σε μια ένστολη κοινωνία. Μεταξύ των στολών, όμως, υπάρχει αλληλεγγύη. Και αυτή η αλληλεγγύη δεν φαίνεται να μπορεί να διαρραγεί, οποιοδήποτε κι αν είναι το χρώμα της στολής που φορά η αξιωματική αντιπολίτευση.

Γιατί τελικά, όλες οι στολές, παίζουν στο ίδιο σύστημα, όπως όλες οι ομάδες ποδοσφαίρου παίζουν στο ίδιο πρωτάθλημα. Δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει και ποιος χάνει γιατί, τελικά, η συμμετοχή όλων αυτών των ομάδων, νομιμοποιεί την στέψη και την ύπαρξη του εκάστοτε πρωταθλητή. 

Και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος «να τινάξει το πρωτάθλημα στον αέρα» δηλώνοντας την παραίτησή του από τα έδρανα της Βουλής.

Γιατί στο πίσω μέρος του μυαλού κάθε μανδαρίνου της καθεστηκυίας τάξης, ο πραγματικός εχθρός είναι άλλος. Και ο εχθρός αυτός, αν και είναι απολύτως γνωστός, ορισμένος και σαφής, υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να είναι εντελώς ανεξέλεγκτος: Ο λαός.

Ενόψει του «εχθρού» αυτού, η αλληλεγγύη των στολών και των χρωμάτων όλου του φάσματος του πολιτικού συστήματος αποκτά την όψη της αναγκαιότητας. Βλέπετε, η διασφάλιση του πολιτικού μανδαρινισμού, που τυραννά αυτό τον τόπο, απαιτεί αλληλεγγύη και συναινέσεις.

Το μόνο που, τελικά, μεταβάλλεται σε αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο των χρωμάτων είναι μόνο η διαρκώς πιο κόκκινη χροιά του.

Κι αυτό, όχι εξαιτίας του κόκκινου Αλέξη.
Αυτό, εξαιτίας του αίματος που χύνουν κάθε μέρα, Έλληνες και Ελληνίδες, που περίμεναν την λύτρωσή τους από τον οικονομικό κατακτητή αλλά τελικά, βρήκαν ως μόνη διέξοδο το αδιέξοδο: Την αυτοκτονία.

Αλλά στο θέατρο σκιών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, το αίμα των πολιτών χρησιμοποιείται μόνο για ντεκόρ στο μπαλκόνι των πανηγυρικών λόγων... 

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Υπόδειγμα αίτησης του Ν.3869/2010

Πήρα την απόφαση να δημοσιεύσω ένα υπόδειγμα αίτησης για υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα (Ν.3869/2010) θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα συνδράμω τόσο τους συμπολίτες μου, στην διεκδίκηση των δικαίων τους, όσο και τους συναδέλφους μου, για την ευπρόσωπη υπεράσπιση των δικαίων των πελατών τους.

Με εκτίμηση και ευχές για καλή επιτυχία και βέβαια...Καλό μήνα! :)


ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Η εν λόγω ανάρτηση έχει γίνει την 1η Νοεμβρίου 2012. Το υπόδειγμα αυτό αναφερόταν στον Ν.3869/2010 πριν την τροποποίησή του με τον Ν.4161/2013. Στον παρόντα χρόνο (18-7-2013) εκτιμώ, ότι το υπόδειγμα αυτό δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του νέου νόμου. Η ανάρτηση διατηρείται χάριν της συνέχειας των αναρτήσεων και όχι επειδή έχει, πλέον, κάποια συγκεκριμένη πρακτική αξία. Στο προσεχές διάστημα θα αναρτήσω ένα νέο υπόδειγμα, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νέος νόμος, προκειμένου για την παραδεκτή, βάσιμη και ορισμένη άσκηση των δικαιωμάτων των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Έχει ήδη αναρτηθεί νέο υπόδειγμα, επί τη βάσει των τροποποιήσεων που επέφερε ο Ν. 4161/2013, ΕΔΩ

Υπόδειγμα αίτησης υπερχρεωμενων φυσικών προσώπων

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Αλληλόχρεος λογαριασμός = αθέμιτος τραπεζικός πλουτισμός


Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού  

«Με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά, να ενδιαφέρει, αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μια (ΑΠ 715/2009).

Ο αλληλόχρεος λογαριασμός, κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα του τριμήνου, ενώ οριστικά, κλείνει οποτεδήποτε, με καταγγελία οποιουδήποτε των μερών, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθρ. 112§2 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό και με άρθρ. 47§2 ν.δ. 17.7/13.8. 1923).

Συνεπώς εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν, οριστικά οποτεδήποτε, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία τους, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρ. 372 ΑΚ ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1524/1991).

Εξ άλλου ναι μεν κατά το άρθρ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ` αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση, ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, μ` αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ` αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες.» (ΑΠ 1352/2011).

Σύμφωνη με τις σκέψεις αυτές και η νομική θεωρία αποδέχεται ότι από τις διατάξεις των άρθρων 361, 873 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 47, 64- 67 ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη πραγματικής δυνατότητας να προκύψουν απαιτήσεις και οφειλές και από τις δύο πλευρές και να μην είναι δεδομένο, από το περιεχόμενο και τη φύση της σύμβασης, ότι ένας από τους συμβαλλομένους θα είναι μόνο πιστωτής και ο άλλος μόνο οφειλέτης. Ειδικότερα, για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού, και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, απαιτείται να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό, ποιος από τους συμβαλλομένους κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών τους, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου.

Συνεπώς, δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός, όταν από τη φύση της σύμβασης ο ένας καθίσταται μόνον πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, ο άλλος δε μόνον ο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, ενώ την ίδια στιγμή οι εκάστοτε καταβολές γίνονται αποκλειστικά για την τμηματική εξόφληση του χρέους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τήρηση λογαριασμού («καρτέλλας») που απεικονίζει κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες οι παροχές του ενός αποτελούν καταβολές έναντι των απαιτήσεων του άλλου, δεν συνιστά αλληλόχρεο λογαριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, αλλά έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Ι, σελ 225, Γεωργακόπουλος, Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό Δίκαιο, σελ 253, Βελέντζας, Τραπεζικό Δίκαιο, 1992, σελ 163, Ρούσσης, Καταστρατήγηση δικαίου στις τραπεζικές συμβάσεις, 2010, σελ 134,135).

Πιο συγκεκριμένα, η αληθής έννοια της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού συνδέεται άρρηκτα με την ύπαρξη μιας κύριας συναλλακτικής σχέσης, η οποία εξυπηρετείται από την τήρηση του λογαριασμού. Η διάρθρωση της συναλλακτικής αυτής σχέσης ανάμεσα στο πιστωτικό ίδρυμα και τον πελάτη του θα πρέπει να δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε να προκύπτουν ανάμεσα στα μέρη αμοιβαίες υποχρεώσεις και ενοχές, δηλαδή αμφότερα τα μέρη να καθίστανται την ίδια στιγμή δανειστές ως προς τις οφειλόμενες παροχές του άλλου μέρους και οφειλέτες ως προς την δική τους εκκρεμούσα αντιπαροχή. Με άλλα λόγια, η βασική αμφοτεροβαρής σύμβαση θα πρέπει να δημιουργεί πραγματικές συμβατικές υποχρεώσεις οικονομικού περιεχομένου για τα συμβαλλόμενα μέρη. Ταυτόχρονα, πρέπει να συνθέτει μια διαρκή ενοχική συμφωνία με επαναλαμβανόμενες εκατέρωθεν παροχές και απαιτήσεις με συνέπεια τη δυσχέρανση της συχνής εκκαθάρισης των δοσοληψιών τους. Η λειτουργία ακριβώς αυτής της συμβατικής σχέσης και η ανάγκη περιστολής της συνεχούς παρακολούθησης και είσπραξης των αμοιβαίων οφειλών συνιστά το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της προσφυγής των μερών στη λύση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Η αντικατάσταση των αμοιβαίων απαιτήσεων με λογιστικές χρεωπιστωτικές εγγραφές και η διευκόλυνση της κύριας συναλλαγής των μερών μέσω της συγχώνευσης των επιμέρους απαιτήσεων είναι η ουσιαστική causa της ανάδειξης της sui generis αυτής παρεπόμενης συμφωνίας. Αυτή η θεμελιώδης αιτία που ενεργοποιεί τα μέρη να επιλέξουν τον συγκεκριμένο συμβατικό μηχανισμό για την τήρηση και παρακολούθηση των εκατέρωθεν χρεών τους, αποκαλύπτει την ακριβή έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού. Κύριο χαρακτηριστικό της δικαιοπρακτικής υπαγωγής των επιμέρους απαιτήσεων των μερών στον συμβατικό τύπο του αλληλόχρεου λογαριασμού τυγχάνει, συνεπώς, η ύπαρξη αμοιβαίων οφειλών και από τα δύο μέρη και η ανάγκη διάθεσης και συμψηφισμού των εκατέρωθεν πιστωτικών κονδυλίων στο πλαίσιο ενός ενιαίου διακανονισμού τους (έτσι και η θέση της ΕφΠειρ 46/2009, ΔΕΕ 2009, σελ 478).

Με βάση την πάγια πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων κάθε πιστωτική σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως συμφωνία αλληλόχρεου λογαριασμού. Οι τράπεζες, χορηγώντας πίστωση έως ενός συγκεκριμένου πιστωτικού ορίου ή καταρτίζοντας συμβάσεις δανείου με άπαξ εκταμίευση, επιλέγουν συνήθως να εντάξουν τη διαδικασία αποπληρωμής και επιστροφής του ληφθέντος δανείσματος στο πλαίσιο λογιστικών καταχωρίσεων, τις οποίες βαφτίζουν ως αλληλόχρεο λογαριασμό. Η συμβατική υπαγωγή της σχέσης αυτής κάτω από αυτήν την ονομασία συνιστά τον συναλλακτικό κανόνα, είτε πρόκειται για βραχυπρόθεσμα δάνεια, είτε για πιστώσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες συνομολογείται το άνοιγμα πίστωσης, η συμβατική σχέση που προκύπτει, ενδύεται με τον τύπο του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Εντούτοις, η δικαιοπρακτική συμπεριφορά των μερών, δεν λαμβάνει χώρα σε καθεστώς πλήρους σεβασμού της συμβατικής ελευθερίας αμφοτέρων των μερών. Τα πιστωτικά ιδρύματα, διατυπώνοντας μονομερώς τις σχετικές πιστωτικές συμβάσεις, έχουν επιβάλει την αντιμετώπισή τους ως αλληλόχρεων λογαριασμών, όχι μόνο μέσα από τον απλό νομικό χαρακτηρισμό τους, αλλά και μέσα από την περίληψη στα συμβατικά κείμενα συγκεκριμένων όρων και διατυπώσεων, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί αμφιμερής συμφωνία για την υπαγωγή της λειτουργίας και της εκτέλεσης της πιστωτικής σύμβασης στο καθεστώς του ιδιότυπου αυτού λογαριασμού.

Έτσι, πέραν της σαφούς αναφοράς στην τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού δυνάμει του οποίου εξυπηρετείται η πίστωση, περιλαμβάνονται όροι που συνάδουν με τη λειτουργία του: Συμφωνία λογιστικών καταχωρίσεων των χρεωπιστώσεων και των απαιτήσεων των μερών, ανεξαρτήτως της πραγματικής ή έστω και θεωρητικής δυνατότητας να υπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις, όρος για την έλλειψη αυτοτέλειας των απαιτήσεων αυτών για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά το οποίο το κατάλοιπο από τη διαδικασία εκκαθάρισης των χρεωπιστώσεων λογίζεται ως απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, ρήτρα για τον ανατοκισμό των οριστικών υπολοίπων του λογαριασμού με βάση το άρθρο 112 ΕισΝ ΑΚ, δικονομικού περιεχομένου αποδεικτικές συμφωνίες κ.ο.κ.

Βασική, συνεπώς, επιλογή του ισχυρού μέρους της σύμβασης είναι η διαμόρφωση κατά τέτοιο τρόπο του συμβατικού κειμένου, ώστε να προκύπτει λειτουργία αλληλόχρεου λογαριασμού μέσα από την υπαγωγή των θεωρητικά αμοιβαίων χρεωπιστώσεων των μερών, στον λογιστικό πίνακα, όπου επέρχεται απόσβεση και συμψηφισμός τους έως την εξαγωγή του οριστικού καταλοίπου.

Εντούτοις, βασικός γνώμονας της συναλλακτικής αυτής συμπεριφοράς είναι η βούληση των πιστωτικών ιδρυμάτων να τύχουν εφαρμογής στις επίμαχες πιστωτικές συμβάσεις οι ευεργετικές για τον δανειστή προβλέψεις για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό της ΕισΝΑΚ 112, για τη δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του υπολοίπου της ΑΚ 874, για την τήρηση των δικονομικού περιεχομένου ρητρών και για τις μέσω συμψηφισμού αμοιβαίας απόσβεσης των απαιτήσεων.

Πιο συγκεκριμένα, τα πιστωτικά ιδρύματα επιδίωξαν την εφαρμογή των κανόνων για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό ανά σύντομα χρονικά διαστήματα. Μέχρι την θέση σε ισχύ του άρθρου 12 του Νόμου 2601/1998, οι περί ανατοκισμού ρυθμίσεις στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού διέπονταν από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις απαιτούσαν ειδική συμφωνία για την τοκοφορία των τόκων ανάμεσα στον δανειστή και τον οφειλέτη και εφόσον οι καθυστερούμενοι αυτοί τόκοι ήταν απαιτητοί, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο ή για ένα έτος, κατά περίπτωση.

Με το προνομιακό ειδικό κανονιστικό καθεστώς της ΕισΝΑΚ 112 τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν ευχερώς να τοκίζουν τους καθυστερούμενους τόκους με αυτοδίκαιη κεφαλαιοποίηση αυτών ανά εξάμηνο, αλλά ακόμη και ανά τρίμηνο κατόπιν σχετικής συμφωνίας. Έτσι, οι εξερχόμενοι καθυστερούμενοι τόκοι του περιοδικού ή οριστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού μπορούσαν νομίμως να τοκίζονται περαιτέρω σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, δημιουργώντας και τις τράπεζες υψηλές απαιτήσεις και για τους οφειλέτες σημαντικά χρέη, τα οποία γιγαντώθηκαν με την εφαρμογή της απόφασης της νομισματικής επιτροπής, η οποία ήρε πλήρως τους χρονικούς ως προς τον ανατοκισμό περιορισμούς του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ.

Αξίζει να υπομνησθεί η εύνοια που επιφυλάχθηκε στις περιπτώσεις ανατοκισμού των τόκων υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων από την αμφίβολης συνταγματικότητας διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του νόμου 1083/1980, «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 12 παρ. 5β  του νόμου 2601/1998 που ισχύει από 15/4/1998 (άρθρο 20 αυτού). Η διάταξη όριζε ότι η νομισματική επιτροπή με αποφάσεις της δύναται να επιτρέψει τον εκτοκισμό των οφειλομένων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Από την διατύπωση αυτή προέκυψε ότι παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση στην νομισματική επιτροπή υπό τον έλεγχο και την ρυθμιστική εξουσία της οποίας είχε τεθεί το όλο πλέγμα των τραπεζικών επιτοκίων, να επιτρέψει με αποφάσεις της τον ανατοκισμό των τόκων που οφείλονται στα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό. Με βάση την νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η απόφαση 289/20-10-1980 της νομισματικής επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Α 269/27-11-1980) και είχε ισχύ νόμου, με την οποία η νομισματική επιτροπή αποφάσισε ότι «ο εκτοκισμός των οφειλομένων εις τας Τράπεζας και τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού περιορισμού». Με την απόφαση αυτή, η οποία ίσχυσε από τις 8/12/1980 έως τις 15/4/1998, θεσπίστηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296ΑΚ, 110 και 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, για τον ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή παρασχέθηκε στις τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια στο πλαίσιο του επιτρεπτικού κανόνα δικαίου που θέτει η ανωτέρω διάταξη, να εκτοκίζουν, δηλαδή κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτό οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως τους χωρίς τους περιορισμούς των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του εισαγωγικού του νόμου. Για τον ανατοκισμό αυτό κρίθηκε ότι απαιτείται ρητή συμφωνία από τα μέρη και δεν αρκεί μονομερής δήλωση από την τράπεζα (ΟλΑΠ 8 και 9/1998, ΔΕΕ 1998, σελ 180, ΝοΒ 1998, σ. 629, Δ 1999, σ. 237 και Εφ Πατρ 143/2008,ΕπισκΕΔ 2008, σ. 571).

Η παρεχόμενη αυτή δυνατότητα αποτέλεσε και εξακολουθεί ακόμη να συνιστά την βασικότερη αιτία για τον εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων χαρακτηρισμό των πιστωτικών συμβάσεων ως αλληλόχρεων λογαριασμών. Τα τελευταία, καθόσον διαθέτουν την συναλλακτική υπεροπλία, την πρωτοβουλία διαπραγμάτευσης και την γνωσιολογική και οικονομική υπεροχή, συνδέουν απαραιτήτως τη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, προκειμένου να καρπωθούν τα αντίστοιχα οφέλη από τον επιτρεπόμενο υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους ανατοκισμό.

Ακόμη και μετά την εισαγωγή του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998 με το οποίο καθιερώνεται πλέον εξάμηνος ή για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα ανατοκισμός κατά τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, τα πιστωτικά ιδρύματα συνεχίζουν να έλκουν οφέλη από την δυνατότητα αυτοδίκαιης και άνευ σχετικής συμφωνίας τοκοφορία των τόκων των κονδυλίων των αλληλόχρεων λογαριασμών (Μάζης, Ο ανατοκισμός στον τραπεζικό ανοιχτό λογαριασμό μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2601/1998, γνμδ, ΔΕΕ 2006, σ. 119 επ.).

Παρεπόμενη έννομη συνέπεια της δικαιοπρακτικής επιλογής σύνδεσης της πιστωτικής σύμβασης με αλληλόχρεο λογαριασμό είναι η εφαρμογή της ΑΚ 874, με βάση την οποία η συμφωνία για την υπόσχεση ή την αναγνώριση του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να λάβει χώρα άτυπα κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην ΑΚ 873. Πράγματι, τα πιστωτικά ιδρύματα προσβλέπουν στην a priori αφηρημένη υπόσχεση χρέους, προκειμένου να δημιουργηθεί νέα αυτοτελής και διαφορετική της σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού ενοχή. Συνηθέστατα, εξοπλίζουν το συμβατικό κείμενο ανοίγματος πίστωσης με ρήτρες υπόσχεσης εκ των προτέρων του τελικού υπολοίπου του λογαριασμού, δίχως δυνατότητα αμφισβήτησης των κονδυλίων που θα προκύψουν ή με όρους πλασματικής αναγνώρισης του οριστικού καταλοίπου, εφόσον αυτό δεν αμφισβητηθεί μετά την έγγραφη ειδοποίηση του πιστούχου για το κλείσιμο του λογαριασμού εντός της προβλεπόμενης στην σύμβαση προθεσμίας.

Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι η αντιμετώπιση των πιστωτικών συμβάσεων, μέσα από το πρίσμα του αλληλόχρεου λογαριασμού παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα δυνατότητες αξιοποίησης ευεργετικών ρυθμίσεων, αποκλίσεις από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις και επιβολής ανεπιεικών όρων σε βάρος των οφειλετών τους, οπότε και εγείρεται η ανάγκη προστασίας του ασθενέστερου μέρους της σύμβασης και αξιοποιείται η ερμηνευτική αρχή in dubio contra stipulatorem, υπογραμμίζοντας ότι δεν νοείται έγκυρη υπόσχεση μελλοντικού χρέους δίχως δυνατότητα αμφισβήτησης αυτού. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σε περίπτωση αμφιβολίας λόγω της έλλειψης τυπικής συμφωνίας δεν καταρτίζεται αφηρημένη αναγνώριση χρέους με χαρακτήρα αυτοτελούς ενοχής, a fortiori δεν μπορεί αυτή να λογιστεί ως ανανέωση της ΑΚ 436 και με όρο διατήρησης των ασφαλειών. Απλώς συνομολογείται συμφωνία βεβαιωτικού χαρακτήρα με σκοπό τη μετακύλιση του βάρους της απόδειξης και την υπέρβαση της υποχρέωσης επίκλησης της συνολικής κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Η τυπολογική αυτή μορφή εμφάνισης αλληλόχρεου λογαριασμού συνάδει με την πραγματική έννοια της ιδιορρυθμίας αυτής σύμβασης. Από την ίδια τη φύση της σύμβασης διεξαγωγής δοσοληψιών καθίσταται δεδομένο, ότι στον λογαριασμό αυτό θα καταχωρούνται αμοιβαίες απαιτήσεις και κονδύλια, θα πραγματοποιούνται δηλαδή εκατέρωθεν αποστολές, όπως παγίως διαλαμβάνει η νομολογία. Τα δυο συμβαλλόμενα μέρη είναι εκ των προτέρων δεδομένο, ότι θα αποτελέσουν και δανειστές και οφειλέτες στη συμφωνία, με αποτέλεσμα ουδείς να μπορεί να γνωρίζει ποιος εκ των δύο συμβαλλομένων θα είναι τελικώς οφειλέτης με την εξαγωγή του οριστικού (ή και του περιοδικού ακόμη) καταλοίπου. Με άλλα λόγια, από τη συγκεκριμένη συναλλακτική σχέση γεννώνται αναπόφευκτα δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και μάλιστα κατά τρόπο συστηματικό. Έτσι, δικαιολογείται και η ανάγκη καταχώρησης των επιμέρους απαιτήσεων στον τηρούμενο λογαριασμό και συμψηφιστικής εκκαθάρισης τους, ώστε η πληθώρα των εκατέρωθεν απαιτήσεων να χάνει την αυτοτέλειά της και να καθίσταται απαιτητό μόνον το υπόλοιπο του λογαριασμού με τη λήξη της βασικής σχέσης (Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Ι, σελ 224 επ).

Πρέπει να αναδειχθεί με ένταση η διαφοροποίηση του αλληλόχρεου από τον τρέχοντα (ανοιχτό) λογαριασμό. Εισαγωγικά, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι έννοιες του τρέχοντος και του ανοικτού λογαριασμού ταυτίζονται στην ουσιαστική τους λειτουργία. Τρέχον (ανοικτός) λογαριασμός είναι λογαριασμός, που τηρείται για την εξυπηρέτηση πολλών ομοειδών συμβάσεων, κατά τον οποίο καταχωρούνται απαιτήσεις αποκλειστικά του ενός μέρους. Πιο συγκεκριμένα, κατά την τήρηση του λογαριασμού αυτού, καταχωρούνται οι απαιτήσεις ενός συμβαλλομένου μέρους έναντι του άλλου μέρους, από μία ή περισσότερες συμβάσεις. Συνήθως θα πρόκειται για συμβάσεις παροχής πίστωσης ή συμφωνίες κατάθεσης, όπου το ένα μέρος θα υποχρεούται σε καταβολές έναντι των απαιτήσεων του αντισυμβαλλομένου του. Κατά τη διάρθρωση αυτή του ανοιχτού λογαριασμού ελλείπει παντελώς το στοιχείο της αμοιβαιότητας των καταχωρούμενων κονδυλίων, καθώς ο καταθέτης ή ο πιστοδότης, θα είναι πάντοτε δανειστές και η τράπεζα, ή ο πιστούχος, αντίστοιχα, οφειλέτες. Δηλαδή, δεν υπάρχει η πραγματική δυνατότητα τα συμβαλλόμενα μέρη, να εγγράψουν την ίδια στιγμή χρεωστικά και πιστωτικά κονδύλια, καθώς δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη γένεση αμοιβαίων και αντίρροπων απαιτήσεων. Συνεπώς, με βάση τη διάρθρωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών δεν πληρείται η ουσιαστικότερη προϋπόθεση για τη θεώρηση της συμφωνίας αυτής ως σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού (Ρόκας, Μελέτες εμπορικού δικαίου, 1971, τομ. 2, σελ 555, Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, 1995, σελ 502).

Αντίστοιχη αντιμετώπιση πρέπει να επιφυλάσσεται και για τη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με τήρηση ανοικτού λογαριασμού. Στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, ακόμα και όπου συνομολογείται ο πιστούχος να κάνει περιοδική ανάληψη του δανείσματος, και να επιστρέφει τμηματικά τις υπολειπόμενες δόσεις, δεν υφίσταται αμοιβαιότητα των εκατέρωθεν απαιτήσεων και δεν μεταβάλλεται σε καμία περίπτωση το πρόσωπο του οφειλέτη και του δανειστή. Δεν πρόκειται με άλλα λόγια για αμοιβαίες απαιτήσεις, οι οποίες χρήζουν καταχώρησης προκειμένου να τύχουν συμψηφισμού και εκκαθάρισης. Μάλιστα, με βάση την ακριβή διάρθρωση της συμφωνίας των μερών απαίτηση μπορεί να θεωρηθεί, ότι υφίσταται μόνον ως προς το ένα συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή τον πιστούχο. Η μόνη απαίτηση που υφίσταται στην σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με τήρηση λογαριασμού, είναι η επιστροφή του δανείσματος. Κατά συνέπεια, δεν είναι ορθή η αξιολόγηση του τηρούμενου λογαριασμό στο πλαίσιο σύμβασης κατάθεσης ή ανοίγματος πίστωσης ως αλληλόχρεου λογαριασμού. Ορθότερα, πρέπει να γίνεται λόγος για ετεροσκελή ή απλό δοσοληπτικό λογαριασμό. Το ότι η έννοια της αμοιβαιότητας συνέχεται αναγκαστικά με την υπόσταση του αλληλόχρεου λογαριασμού απορρέει και μέσα από την τελολογική προσέγγιση του νοήματος του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ περί ανατοκισμού. Έχει ορθά επισημανθεί ότι, αν μπορούσε να υπάρξει συμφωνία για αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς όμως αυτός να διαπνέεται από αμοιβαιότητα των καταχωρούμενων κονδυλίων, τότε η εφαρμογή της ΕισΝΑΚ 112 θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 296 παρ. 1 ΑΚ και 11 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, καθόσον μόνο η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων συνεπάγεται και την αμοιβαιότητα του ανατοκισμού. Δηλαδή, η αναγνώριση της δυνατότητας τήρησης ενός αλληλόχρεου λογαριασμού χωρίς να προκύπτουν με αμφιμερείς και αντίρροπες απαιτήσεις και η ταυτόχρονη εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανατοκισμού, θα οδηγούσε στην μονομερή δυνατότητα ανατοκισμού των τοκοφόρων απαιτήσεων εκ μέρους του πιστωτή, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα τυγχάνει και ο μόνος δανειστής του καταλοίπου, σε αντίθεση με τον οφειλέτη του, ο οποίος δεν θα μπορεί να προβεί σε παρόμοιο ανατοκισμό.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός της δικαιοπραξίας και η εξειδίκευση της έννοιας της αρχής της καλής πίστης ή του factum των συναλλακτικών ηθών είναι ζήτημα νομικό, υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Περαιτέρω, το δικαιοδοτικό όργανο δεν δεσμεύεται από την γραμματική διατύπωση των συμβαλλομένων και από τον χαρακτηρισμό που αυτά θα αποδώσουν στη σύμβαση (Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, σελ 551, Καλλιμόπουλου, Θεώρηση θεμάτων του τραπεζικού δικαίου, Χρη-Δικ 2007, σελ 11). Συνεπώς, ακόμη και αν κατά το συνήθως συμβαίνον τα μέρη χαρακτήρισαν τη σύμβαση τήρησης λογαριασμού, που εξυπηρετεί την κύρια πιστωτική συμφωνία, ως αλληλόχρεο λογαριασμό, τούτο δεν δεσμεύει την δικανική κρίση (ΑΠ 1749/2006, ΠΠρΑθ 1156/2003, ΔΕΕ 2004, σελ 66). Αντίθετα, το Δικαστήριο μπορεί να αναδείξει το νομικά αποφασιστικό νόημα της δικαιοπραξίας και να υπαγάγει το περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης σε εκείνον τον κανόνα δικαίου, που ρυθμίζει την επώνυμη έννομη σχέση, αποκλείοντας την εφαρμογή άσχετων με τον συμβατικό μηχανισμό ρυθμίσεων και αξιοποιώντας τη ρήτρα της καλής πίστης (ΑΚ 200) στο πλαίσιο αντικειμενικής ερμηνείας της σύμβασης (Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών, σ. 374).

Με τη μέθοδο αυτή και στο μέτρο που ο Δικαστής θα επισημάνει την ουσιαστική απόκλιση του περιεχομένου της σύμβασης από τον νομικό χαρακτηρισμό που απέδωσαν σε αυτήν συμβαλλόμενα μέρη, δεν θα εφαρμόσει τις επιμέρους διατάξεις περί αλληλόχρεου λογαριασμού και δεν θα επικαλεστεί τις έννομες συνέπειες αυτών. Αντίθετα, θα αποφανθεί ότι υφίσταται συμφωνία για την τήρηση απλού (ανοικτού) λογαριασμού και θα αποκλείσει την επέλευση των δυσμενών για τον πιστολήπτη συνεπειών ενός αλληλόχρεου λογαριασμού.

Περαιτέρω ο ερμηνευτής του δικαίου, μπορεί να διαγνώσει την ύπαρξη αντίφασης ανάμεσα στις επιμέρους ρήτρες του συμβατικού κειμένου, οι οποίες και προδιαγράφουν το πλέγμα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών και αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία του συμβατικού μηχανισμού και στον νομικό χαρακτηρισμό που έχει δοθεί στην σύμβαση. Από τη μια πλευρά υφίσταται σαφής διάγνωση για την ύπαρξη συμφωνίας τήρησης απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, καθώς δεν προκύπτει αμοιβαιότητα παροχών, ούτε καν αμφίδρομες απαιτήσεις των μερών, που να καταχωρούνται στα εκατέρωθεν κονδύλια του λογαριασμού. Η λειτουργία, μάλιστα, αυτής της συμφωνίας αποτυπώνεται σε επιμέρους διατάξεις του συμβατικού κειμένου, ώστε να είναι πάντοτε δεδομένος τελικός οφειλέτης. Από την άλλη πλευρά τα μέρη συνομολογούν, ότι η συμφωνία τους αποτελεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού στα πλαίσια ανοίγματος πίστωσης από την τράπεζα υπέρ του δανειολήπτη, θέτοντας ευθέως τούτο στο εισαγωγικό κείμενο και στο προοίμιο του συμβατικού κειμένου. Μάλιστα, τούτο λαμβάνει χώρα κατά πάγια συναλλακτική πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία διαθέτουν την διαπραγματευτική πρωτοβουλία και εισάγουν τυποποιημένους συμβατικούς όρους κατά την κατάρτιση των συμφωνιών ανοίγματος πίστωσης (Δελλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης,2008, σελ 272 επ). Περαιτέρω, σε ορισμένες περιπτώσεις υφίστανται ειδικότεροι συμβατικοί όροι, με βάση τους οποίους προσδιορίζονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες από την εν λόγω σύμβαση, οι οποίες προσιδιάζουν στην εφαρμογή ενός αλληλόχρεου λογαριασμού. Τέτοιοι όροι μπορεί να σχετίζονται με την εφαρμογή των προβλέψεων της ΕισΝΑΚ112 περί ανατοκισμού στην περίπτωση ύπαρξης ληξιπρόθεσμων τοκοφόρων απαιτήσεων του καταλοίπου του λογαριασμού, με την δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του καταλοίπου κατά την ΑΚ 874, με δικονομικού περιεχομένου συμφωνία σχετικά με την αποδεικτική η αξία των αποσπασμάτων κ.ο.κ. Η ύπαρξη αυτής της αντίφασης μεταξύ των συμβατικών ρητρών οφείλει να ενεργοποιεί την ερμηνευτική και διαγνωστική αρμοδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου: Η αντίφαση των επιμέρους διατυπώσεων στο ίδιο συμβατικό κείμενο εγείρει ζήτημα ασάφειας και αμφιβολίας για τους τελικώς εφαρμοζόμενους στη σύμβαση όρους.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της επεξεργασίας της πιστωτικής σύμβασης και ιδίως της σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι ο πιστούχος τυγχάνει προστατευτέος με βάση το γενικότερο πλέγμα των διατάξεων του Νόμου 2251/1994.

Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι - κατόπιν της αντικειμενικής ερμηνείας της ΑΚ 200 - το συμβατικό κείμενο δεν περιλαμβάνει ασάφειες ή αντιφάσεις και συνεπώς δεν καθίσταται δυνατή, η επενέργεια της αρχής της ευνοϊκής για τον καταναλωτή ερμηνευτικής προσέγγισης, είναι δυνατή η ευθεία προσφυγή στον ανοιχτό έλεγχο της καταχρηστικότητας των επίμαχων όρων που δεν συνάδουν με την σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Έτσι, στο ανωτέρω συμπέρασμα μπορεί να οδηγηθεί κανείς και από την συνδυασμένη εφαρμογή της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 και του εδαφίου λ΄ της παραγράφου 7 άρθρο 2  Ν 2251/1994 στο πλαίσιο εξέτασης του περιλαμβανομένου στη σύμβαση όρου περί ανατοκισμού. Το εδάφιο λ΄ ως επιμέρους περιεχόμενο της ειδικής απαγορευτικής ρήτρας της παραγράφου 7 του άρθρου 2 περί γενικών όρων συναλλαγών σημειώνει, ότι απαγορεύονται ως καταχρηστικοί οι όροι που επιβάλλουν στον καταναλωτή σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση, ενόσω η γενική ρήτρα της παραγράφου 6 εγείρει ζήτημα καταχρηστικότητας των μονομερώς επιβληθέντων γενικών όρων, οι οποίοι επιφέρουν σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του σκοπού της σύμβασης.

Κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζεται η ειδική κανονιστική ρύθμιση για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό των τόκων του οριστικού καταλοίπου του λογαριασμού. Δεν είναι, δηλαδή, επιτρεπτοί οι συμφωνημένοι ανά τρίμηνο ή οι αυτοδίκαιοι ανά εξάμηνο ανατοκισμοί του υπολοίπου του λογαριασμού. Αντίθετα, εφαρμόζονται στον τηρούμενο ανοιχτό λογαριασμό η διάταξη του άρθρου 12 του νόμου 2601/1998, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα αυτοδίκαιου ανατοκισμού, αλλά μόνον συμβατικού τέτοιου.

Άπαντα τα μέχρι εδώ αναφερόμενα δεν αναιρούνται από τυχόν συμβατική πρόβλεψη ότι, κάθε ποσό που θα καταβάλλει ο πιστούχος σε πίστωση του λογαριασμού που θα τηρείται από την Τράπεζα, καθ’ υπέρβαση του χρεωστικού υπολοίπου, θα αποφέρει τον τόκο που παρέχει η τράπεζα στις παρ’ αυτή καταθέσεις όψεως, διότι δεν πρόκειται περί τόκου υπερημερίας (ΜονΠρωτΧίου 171/2012).

Συνεπώς, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποστεί από τον νομικό χαρακτηρισμό περί αλληλόχρεου λογαριασμού που έδωσαν τα μέρη και να αποκλείσει την επέλευση των εννόμων συνεπειών περί αυτοδίκαιου ανατοκισμού. Επαγωγικά, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι ευνοϊκότερες για τον πιστωτή ρυθμίσεις για τον επαναπροσδιορισμό των οφειλών του και για την υποχρέωση αναπροσαρμογής του ύψους των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων (σε δεύτερο επίπεδο σπουδαιότητας, στο πλαίσιο των συμβάσεων ανοίγματος πίστωσης με υπηρεσία απλού [ανοιχτού] λογαριασμού δεν εφαρμόζεται και η παρεχόμενη από το άρθρο 874 ΑΚ δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του υπολοίπου).

Συναφές αποτέλεσμα από τον ορθό αναχαρακτηρισμό των συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού προκύπτει και στην περίπτωση της εφαρμογής του νόμου 3816/2010. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αξιολογήσει τις ανωτέρω συμβάσεις ως συνήθεις πιστωτικές συμβάσεις που εξυπηρετούνται από το δοσοληπτικό λογαριασμό, τότε η ρύθμιση των οφειλών του πιστολήπτη, θα διέπεται από τους γενικούς όρους των άρθρων 1 και 2 και όχι από τις στενότερες προϋποθέσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2 του Νόμου 3816/2010.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

USA vs BofA

Μήνυση εις βάρος της Bank Of America κατέθεσε εκ μέρους των Fannie Mae και Freddie Mac η αμερικανική κυβέρνηση, ζητώντας αποζημίωση ύψους 1 δισ. δολαρίων.

H μήνυση αφορά στο γεγονός πως η BofA παρουσίασε εσφαλμένα στοιχεία για την ποιότητα των δανείων που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο 2007 -2009.

Οι κρατικές Fannie Mae και Freddie Mac δεν δανείζουν απευθείας σε καταναλωτές αλλά αγοράζουν στεγαστικά δάνεια από τράπεζες, τα οποία τιτλοποιούν και στη συνέχεια τα πωλούν σε επενδυτές.

Ο εισαγγελέας της περιφέρειας του Μανχάταν, Πριτ Μπαράρα, τόνισε σχετικά ότι αυτά τα "τοξικά" δάνεια "επέφεραν συνολική ζημιά άνω του 1 δισ. δολαρίων", καθώς και "αναρίθμητες κατασχέσεις".

Παρόμοια δικαστική διαδικασία δρομολογήθηκε τις πρώτες μέρες του τρέχοντος μηνός κατά της τράπεζας Wells Fargo, αλλά και από την Πολιτεία Νέας Υόρκης εναντίον της JPMorgan Chase, για "τοξικά" δάνεια της εξαγορασθείσας το 2008 Bear Stearns, τα οποία τιτλοποίησε και κατόπιν κατέστησε απαιτητά.

Τα "τοξικά" ενυπόθηκα δάνεια υψηλού ρίσκου πυροδότησαν την αμερικανική και παγκόσμια οικονομική κρίση το 2008.

Πηγές: news 247 - Bloomberg

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Χάριν τραπεζών...


Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ. αριθμ. 126/2012 γνωμοδότησή του, έκρινε ότι ο οικονομικός έφορος υποχρεούται, με βάση το άρθρο 10 παρ.3 του ν. 3869/2010, να χορηγεί σε πιστωτή του οφειλέτη πληροφορίες και στοιχεία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του φορολογούμενου-οφειλέτη, ακόμα και αν αυτά εμπίπτουν στο φορολογικό απόρρητο.

Η γνωμοδότηση του ΝΣΚ έγινε δεκτή σύμφωνα με την εκδοθείσα ΠΟΛ 1199/22.10.2012 (LawNet FreeAccess24) και συγκεκριμένα προβλέπεται η υποχρέωση χορήγησης κάθε «χρήσιμης πληροφορίας» σε πιστωτές, εφόσον είναι πρόσφορη για να καταστεί δυνατός ο περιουσιακός έλεγχος του οφειλέτη στο πλαίσιο ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Να σημειωθεί ότι αν ο οφειλέτης δεν επιθυμεί τη χορήγηση απόρρητων φορολογικών στοιχείων στον πιστωτή του, τότε οφείλει να παραιτηθεί από την αίτηση για ρύθμιση των χρεών του.

Τέλος, διευκρινίζεται ότι εξαιρείται η χορήγηση αντιγράφων των φορολογικών δηλώσεων από τα υποχρεωτικώς χορηγούμενα στον πιστωτή φορολογικά έγγραφα.

Πηγή: Lawnet.gr

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ώρα για αποζημιώσεις δανειοληπτών

Με μαζικές αγωγές αποζημίωσης είναι αντιμέτωπες δώδεκα από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου λόγω του σκανδάλου Libor, της χειραγώγησης δηλαδή του διατραπεζικού επιτοκίου που καθορίζει τα επιτόκια πάσης φύσεως δανείων. Ιδιοκτήτες κατοικιών έχουν καταθέσει αγωγές στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζοντας ότι το κόστος εξυπηρέτησης των στεγαστικών τους δανείων ήταν υψηλότερο εξαιτίας της χειραγώγησης του επιτοκίου Libor.

Οπως αποκάλυψε πρόσφατα η βρετανική εφημερίδα Financial Times (FT), μεταξύ των εναγόντων είναι και η Ανι Μπελ Ανταμς, μια συνταξιούχος της οποίας το στεγαστικό δάνειο είχε τιτλοποιηθεί σε επενδυτικό προϊόν με αποδόσεις που προσδιορίζονταν από το Libor. Tελικά το σπίτι της κ. Ανταμς κατασχέθηκε. Με βάση την αγωγή, στελέχη των δώδεκα τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων των Bank of America, UBS και Barclays, είχαν όφελος από το «κλείδωμα» του Libor σε υψηλότερα επίπεδα από το φυσιολογικό κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ημερομηνιών. Ο λόγος είναι ότι σ’ αυτές τις ημερομηνίες αναπροσαρμόζονταν τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και άρα οι αποδόσεις των επενδυτικών τίτλων συνδεδεμένων με αυτά. Οπως τονίζεται από τους FT, η αγωγή υποστηρίζει ότι οι ιδιοκτήτες κατοικιών κατέβαλλαν υψηλότερα επιτόκια στα στεγαστικά τους δάνεια στο διάστημα 2000-09. Οι ενάγοντες, μάλιστα, μπορεί να φθάνουν τις 100.000, αλλά δεν έχει διατυπωθεί καμία εκτίμηση για το ύψος των αποζημιώσεων.

Το σκάνδαλο χειραγώγησης των επιτοκίων Libor και Euribor ξέσπασε το καλοκαίρι, με τις εποπτικές αρχές του τραπεζικού κλάδου από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Σιγκαπούρη να ξεκινούν έρευνες για τη διερεύνηση αυτής της πολύκροτης υπόθεσης.

Πρόκειται για ένα διεθνές σκάνδαλο με πρωταγωνιστές τραπεζίτες όπως ο Μπομπ Ντάιαμοντ, πρώην διευθύνων σύμβουλος της βρετανικής Barclays, που υπέβαλε την παραίτησή του μετά το σκάνδαλο. Ακόμη και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, σερ Μέρβιν Κινγκ, θεωρείται ότι δεν έλαβε επαρκή μέτρα για να αποτρέψει την κατάχρηση του Libor. Βάσει του Libor, μόνον, περνούν από τα χέρια τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών συναλλαγές 500 τρισ. δολαρίων σε 16 νομίσματα για 15 διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Το επιτόκιο ορίζεται από τις προσφορές περίπου 20 τραπεζών που συμμετέχουν καθημερινά στη διαδικασία. Στα τέλη Ιουνίου, η Barclays κατέβαλε 407 εκατ. ευρώ (500 εκατ. δολ.) σε επιμέρους πρόστιμα που επιβλήθηκαν από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Εμπορευμάτων των ΗΠΑ (CTFC), το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και την Αρχή Εποπτείας των Αγορών στη Βρετανία (FSA).

Aπό το καλοκαίρι, το υπουργείο Δικαιοσύνης στις ΗΠΑ διερευνά το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων, ενώ οι πολιτείες της Νέας Υόρκης και του Κονέκτικατ εξετάζουν εάν έχουν δεχθεί οικονομικό πλήγμα από χρηματοοικονομικά προϊόντα που συνδέονται με το επιτόκιο Libor. Η ΕΚΤ ασκεί ήδη πιέσεις για επανεξέταση των κανόνων που διέπουν το επιτόκιο Euribor.

Οι αρμόδιες αρχές στη Σιγκαπούρη, στο Χονγκ Κονγκ και στην Ιαπωνία εξήγγειλαν επανεξέταση των βασικών διατραπεζικών επιτοκίων τους.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, είχε μιλήσει ενώπιον του Κογκρέσου για «δομικές αδυναμίες» της διατραπεζικής αγοράς Libor, ανοίγοντας τον δρόμο για τη θέσπιση νέων κανόνων. Οι Credit Agricole, Deutsche Bank, HSBC και Société Générale ήδη βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών για να εξακριβωθεί εάν είχαν αποπειραθεί να κατευθύνουν από κοινού τα επιτόκια Libor και Euribor σε χαμηλότερα ή σε υψηλότερα επίπεδα του φυσιολογικού.

Πηγή: Καθημερινή

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Γοργά βήματα πίσω (2)

Σε συνέχεια από αυτή εδώ τη δημοσίευση ήρθε η ώρα να αναλύσουμε, τι σημαίνουν οι άλλες δυο φερόμενες ως "προτεινόμενες λύσεις" σε σχέση με την δήθεν προωθούμενη ρύθμιση των οφειλών μας προς τις τράπεζες.

Ως δεύτερο προτεινόμενο μέτρο είναι επί λέξει το εξής:

"Επιπλέον, οι τράπεζες συζητούν την υιοθέτηση του «αγγλικού μοντέλου» σύμφωνα με το οποίο ο δανειολήπτης δεν αγοράζει το ακίνητο, αλλά τη χρήση του για 99 χρόνια. Έτσι, το ύψος κάθε δόσης πέφτει σημαντικά ενώ ο δανειολήπτης μπορεί αργότερα, όταν οι τιμές ανέβουν, να πουλήσει τη χρήση και να κερδίσει. Ωστόσο αυτό θεωρείται δύσκολο να υλοποιηθεί στην Ελλάδα, καθώς δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές (ηλεκτρονικό κτηματολόγιο-υποθηκοφυλακεία, κοκ)."

Αν και οι επιλεγμένες λέξεις είναι τουλάχιστον ελκυστικές στην ακοή, επί της ουσίας τα εξαγγελόμενα δεν είναι τίποτα λιγότερο από επικύνδυνα. Και τούτο για τον εξής λόγο: 

Η αγορά της χρήσης σημαίνει -κατά κάποιο τρόπο- μίσθωση, δηλαδή ενοικίαση του ακινήτου. Ο "αρθρογράφος" της πρωτότυπης είδησης αντιλαμβάνεται δυσκολίες υλοποίησης μόνο ως προς την έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής αλλά...όλως παραδόξως παραλείπει να μας εξηγήσει, με ποιον ακριβώς, τρόπο θα αποξενωθεί ο κάθε πολίτης από την ιδιοκτησία του.

Δηλαδή, ναι, θα αποκτήσετε τη χρήση ενός ακινήτου για τα επόμενα 99 χρόνια αλλά...ποιος ο λόγος να αγοράσετε κάτι που ήδη αυτή τη στιγμή έχετε?

Ποιος ο λόγος να αγοράσετε το έλλασον δικαίωμα της χρήσης, τη στιγμή που έχετε το μείζον δικαίωμα, δηλαδή την πλήρη κυριότητα?

Ποιος και με ποιο τρόπο θα σας αποξενώσει από την ιδιοκτησία σας και θα σας αναγκάσει να αρκεστείτε στην απλή χρήση του ακινήτου σας?

Επί της ουσίας, αυτό το οποίο έντεχνα αποκρύπτεται είναι, ότι στόχος της κοινοπραξίας κράτους-τραπεζών είναι η ακίνητη περιουσία κάθε πολίτη.

ΤΩΡΑ έχετε την κυριότητα του ακινήτου σας. 
ΑΛΛΑ στο εγγύς μέλλον, χάρη στη διαρκή και διαρκώς αυξανόμενη φορολογική επιβάρυνση, δεν θα είστε σε θέση να έχετε την κυριότητα. Το Ελληνικό Δημόσιο φροντίζει ήδη, ώστε η φορολογική σας επιβάρυνση να είναι τέτοιας έντασης και έκτασης, ώστε η κυριότητα επί των ακινήτων σας να καταλλήγει επί της ουσίας εξαιρετικά επαχθής.

Δεν είναι τυχαία όλα όσα έχουν ήδη εξαγγελθεί σε επίπεδο φορολογικών μέτρων: 

Στα παραπάνω προσθέστε όσους φόρους ήδη πληρώνετε, όπως τον Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (ο γνωστός ΦΑΠ), το ΕΕΤΗΔΕ (το διαβόητο "χαράτσι" της ΔΕΗ), ο ΦΠΑ επί της αγοραπωλησίας οικοδομών και θα έχετε μια πλήρη εικόνα της λυσσαλέας προσπάθειας που γίνεται, προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να πετύχει την de facto απαλλοτρίωση του αναπαλλοτρίωτου πυρήνα της ιδιοκτησίας σας, με την χρήση φορολογικών όπλων οικονομικής εξόντωσης.

Ήδη από πέρισυ είχα προειδοποιήσει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την ακολουθούμενη πολιτική του θα μετατραπεί σταδιακά σε εισπράκτορα ξένων απαιτήσεων, τις οποίες, μάλιστα, θα ικανοποιεί σε βάρος της περιουσίας σας. Τώρα ήρθε η ώρα να σας το πουλήσουν και ως ευνοϊκή ρύθμιση. Καλώς ορίσατε στην οικονομική πραγματικότητα του πολιτικού δωσιλογισμού.

Θα ακολουθήσει τρίτο μέρος σχετικά με την τρίτη προτεινόμενη λύση περί "ισπανικού μοντέλου"...

Δικαίωση δανειοληπτών - επιστροφή παρακρατηθέντων ποσών

Πηγή: lawnet.gr

Το Ειρηνοδικείο Βόλου κατόπιν ομαδικής αγωγής που είχε ασκηθεί από την Ένωση καταναλωτών Βόλου δικαίωσε δανειολήπτες για ποσά που είχαν υποχρεωθεί να καταβάλλουν κατά τις συναλλαγές τους με τράπεζα.

Η απόφαση στρέφεται κατά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και αποφαίνεται υπέρ των δανειοληπτών, κρίνοντας τα ποσά που είχαν ζητηθεί παράνομα και καταχρηστικά. Σύμφωνα με την απόφαση του Ειρηνοδικείου η τράπεζα επιβάρυνε τους δανειολήπτες με διάφορα εφάπαξ ποσά χαρακτηρίζοντάς τα ως «έξοδα ελέγχου τίτλων», «έξοδα προμήθειας - διαχείρισης στεγαστικού δανείου», «έξοδα έγκρισης δανείου»,«έξοδα αξιολόγησης αίτησης στεγαστικού δανείου», ενώ και σε κάποιες περιπτώσεις εισέπραττε προμήθεια ποσού 20,00 ευρώ ετησίως, ως «έξοδα δανείου».

Οι παραπάνω επιβαρύνσεις θεωρήθηκαν παράνομες και θα πρέπει τώρα τα ποσά αυτά να επιστραφούν στους ζημιωθέντες δανειολήπτες, καθώς η είσπραξη οποιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων απαγορεύεται.

Η Ένωση Καταναλωτών Βόλου προτίθεται το επόμενο διάστημα να προχωρήσει σε άσκηση και άλλων ομαδικών αγωγών, στρεφόμενη κατά όλων σχεδόν των Τραπεζών.
Απόφαση δικαίωσης δανειοληπτών και επιστροφή παρακρατηθέντων ποσών

202/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων

«Θαρραλέα» χαρακτηρίστηκε από την Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης η υπ’αριθμόν 202/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε κούρεμα κατά 92 τοις εκατό του χρέους άνεργου, οικογενειάρχη δανειολήπτη, μέλους της Ένωσης.

Ο δανειολήπτης είχε συνολικό χρέος ύψους 73.233,52 ευρώ προς τέσσερις Τράπεζες από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια. Λόγω της προφανούς και αποδεδειγμένης αδυναμίας πληρωμής των χρεών από τον δανειολήπτη, το δικαστήριο αποφάσισε να «κουρέψει» το χρέος κατά 92,46 τοις εκατό, ώστε ο δανειολήπτης τελικά θα κληθεί να καταβάλει συνολικά μόλις 551.04 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια ο δανειολήπτης θα πληρώνει 11,48 ευρώ μηνιαίως , τα οποία θα κατανέμονται στις Τράπεζες αναλογικά. Σε σχετική ανακοίνωσή της η Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης εξέφρασε την ικανοποίησή της για την έκβαση της υπόθεσης και ευχαρίστησε τους συνεργάτες της που βοήθησαν στο αποτέλεσμα, αλλά και τους δικαστές της Κρήτης που «με συμπάθεια και ανοιχτά μυαλά στέκονται δίπλα στα πολύπαθα υπερχρεωμένα νοικοκυριά».

de jure app