Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Σκέψεις για τα δάνεια που εκφράστηκαν σε CHF, μετά το Εφετείο

Α. Εισαγωγή
Τώρα πια βρισκόμαστε εν αναμονή της αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μετά από έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 334/2016, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση Συλλογικής Αγωγής του ΙΝΚΑ Κρήτης, του ΙΝΚΑ Αιτωλοακαρνανίας (email) και της Γενικής Ομοσπονδίας Καταναλωτών Ελλάδας (ΓΟΚΕ) στην οποία συμμετείχε, όπως και πρωτοδίκως, ως προσθέτως παρεμβαίνων ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥΔΑΝΕΦ) και τα μέλη του (αν δεν κάνω λάθος οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ξεπέρασαν τις 3.500 ανθρώπους) αναφορικά με τα δάνεια που είναι εκφρασμένα σε ελβετικό φράγκο. Είναι ώρα να εξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος -ιδίως ένας νομικός- να προσεγγίσει, να αντιληφθεί και να λύσει αυτό, που με μια πρώτη άποψη μοιάζει με γόρδιο δεσμό. 
Για το σκοπό αυτό θα χρειαστεί να επιστρέψουμε και να ξεκινήσουμε με τα θεμελιώδη του ειδικού ενοχικού δικαίου. Θα χρειαστεί δηλαδή να εντοπίσουμε τις επιμέρους συμβάσεις και να τις προσδιορίσουμε κατά είδος και φύση. 
Έτσι, τελικά, αυτό που έχουμε να κάνουμε δεν διαφέρει σε πολλά από ένα πρακτικό ειδικού ενοχικού δικαίου της Νομικής Σχολής, με το οποίο (συνήθως και τουλάχιστον στην εποχή μου) ζητούνταν να εντοπιστούν οι επιμέρους καταρτισμένες συμφωνίες, να προσδιοριστούν κατά φύση και στη συνέχεια, να προσδιοριστούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, που απέρρεαν από αυτές και την (ομαλή ή μη) λειτουργία τους.
Διευκρινίζω στο σημείο αυτό, ότι ο όρος "δάνεια εκφρασμένα σε ελβετικό φράγκο", που χρησιμοποίησα παραπάνω, δεν είναι δικής μου εμπνεύσεως. Είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι ίδιες οι τράπεζες στις αγγλόφωνες ετήσιες οικονομικές τους καταστάσεις (πχ μπορεί να εντοπιστεί ο συγκεκριμένος όρος σε 14 σημεία σε αυτές τις οικονομικές καταστάσεις του 2016) αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τα περιγράφει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (πχ όπως σε αυτή την γνώμη που εξέφρασε εδώ). Ο αυτούσιος αγγλόφωνος όρος αναφέρεται σε "denominated in foreign currency loans" δηλαδή σε δάνεια εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα. Ως ξένο νόμισμα, νοείται κάποιο άλλο νόμισμα, αντί του επίσημου νομίσματος, που χρησιμοποιείται για τις εσωτερικές συναλλαγές από τους κατοίκους μιας χώρας. 
Έτσι, ένα πρώτο κίνητρο για να ερευνήσουμε λίγο καλύτερα τα φαινόμενα, παρέχεται ήδη από τον γλωσσικό προσδιορισμό τους. Διότι, άλλο πράγμα είναι ένα δάνειο "εκφρασμένο" σε κάποιο νόμισμα κι άλλο πράγμα είναι ένα δάνειο που έχει χορηγηθεί απευθείας και αυτούσιο στο νόμισμα αυτό. Αλλά ποια ακριβώς είναι η διαφορά τους και που ακριβώς εντοπίζεται; Και γιατί, τελικά, γίνεται τόσος θόρυβος γύρω από αυτά τα δάνεια; Όλα αυτά θα τα δούμε παρακάτω.

Α.1. Η λειτουργία των δανείων σε CHF
Κατ’ αρχάς, τα δάνεια αυτά έχουν μια πολύ σημαντική διαφορά σε σχέση με ένα τυπικό δάνειο, όπως το τελευταίο θεσπίζεται με το 806 ΑΚ που χορηγήθηκε σε εγχώριο νόμισμα.

Τα δάνεια του 806ΑΚ που χορηγήθηκαν σε εγχώριο νόμισμα, ακολουθούν μια διαδικασία 5 σταδίων, η οποία κατά χρονολογική σειρά έχει ως εξής:
1ον: Ο υποψήφιος δανειολήπτης υποβάλλει αίτημα δανειοδότησης.
2ον: Ελέγχεται η πιστοληπτική του ικανότητα από την τράπεζα.
3ον: Εγκρίνεται το δάνειο σε €.
4ον: Εκταμιεύεται το δάνειο σε €.
5ον: Ο δανειολήπτης λαμβάνει το προϊόν του δανείου.

Όμως, τα δάνεια που είναι εκφρασμένα σε ελβετικό φράγκο ακολουθούν μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Ας την δούμε
1ον: Ο υποψήφιος δανειολήπτης υποβάλλει αίτημα δανειοδότησης.
2ον: Η πιστοληπτική ικανότητα ελέγχεται από την τράπεζα, σαν να αφορά δάνειο σε €, αφού προκύπτει, ότι δεν ελέγχθηκε η πιστοληπτική ικανότητα σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής των ισοτιμιών. Εάν είχε όντως ελεγχθεί η πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών και λαμβανομένων υπόψιν σημαντικών μεταβολών της ισοτιμίας, τότε πιθανότατα κανείς από τους δανειολήπτες δεν θα είχε καταφέρει να δανειοδοτηθεί, καθώς δεν θα πληρούσε τα κριτήρια του «υπεύθυνου δανεισμού», αφού αυτόματα θα έπρεπε να ελέγχεται η πιστοληπτική του ικανότητα για μεγαλύτερο δανειακό κεφάλαιο και μάλιστα απεριόριστα μεγαλύτερο, αφού τέτοιας έκτασης (δηλαδή, απεριόριστη) μπορεί να είναι και η μεταβολή της ισοτιμίας.
3ον: Εγκρίνεται το δάνειο σε CHF, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που χορηγεί ο δανειολήπτης σε €.
4ον: Συμφωνείται και στιγμιαία χορηγείται ένα δάνειο σε CHF. 
5ον: Ακριβώς την ίδια στιγμή (πρακτικά, ταυτόχρονα με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης), ο δανειολήπτης προβαίνει σε ανταλλαγή νομισμάτων, με την οποία ανταλλάσσει τα CHF με €. Τονίζω ότι τόσο η στιγμιαία χορήγηση των CHF, όσο και η ανταλλαγή τους γίνονται στιγμιαία και κατά μέγιστο χρόνο διαρκούν όσο η υπογραφή της δανειακής σύμβασης! Με την ολοκλήρωση των υπογραφών ο δανειολήπτης λαμβάνει ευρώ, αφού έχει ολοκληρωθεί και η ανταλλαγή νομισμάτων.

6ον: Ο δανειολήπτης λαμβάνει το προϊόν της ανταλλαγής.

Παρεκβατικά τονίζεται, ότι σε κανένα από τα παραπάνω βήματα δεν έγινε σφάλμα του γράφοντος ως προς τα νομίσματα. Στα δάνεια σε CHF πράγματι, τα νομίσματα μεταβάλλονται διαρκώς στη διαδικασία αίτησης, ελέγχου πιστοληπτικής ικανότητας, προέγκρισης, έγκρισης και εκταμίευσης δανείου από την τράπεζα, μέχρι την τελική ανάληψη των ευρώ στην οποία προέβησαν οι δανειολήπτες από τα γκισέ της .
Μάλιστα, όλα τα παραπάνω, όχι μόνο δεν αμφισβητούνται από τις τράπεζες αλλά αποτελούν δικούς τους ισχυρισμούς και αποδεικνύονται από τα δικά τους έγγραφα, που προσκομίστηκαν ήδη με επίκληση ενώπιον των Δικαστηρίων.

Όπως βλέπετε, ανάμεσα στις δυο διαδικασίες έχουμε μια σημαντική διαφορά. 
- Στα μεν δάνεια σε €, ο δανειολήπτης λαμβάνει απευθείας το προϊόν της σύμβασης του δανείου. Η διαδικασία είναι γραμμική και δεν δημιουργεί προβλήματα σε κανένα από τα μέρη.
- Αλλά, στα δάνεια σε CHF, ο δανειολήπτης ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ.
Λαμβάνει το προϊόν μιας άλλης συναλλαγής. Όπως ακριβώς ανέφερε και ο μάρτυρας της τράπεζας στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών, επρόκειτο για μια εντελώς διακριτή συναλλαγή, σε σχέση με το δάνειο. Γιατί ο δανειολήπτης λαμβάνει το προϊόν της ανταλλαγής νομισμάτων!

Πρόκειται για συναλλαγή η οποία γίνεται δίχως να υπάρχει ούτε καν η σύμπτωση των συμβατικών βουλήσεων (ο κάθε καταναλωτής απευθύνθηκε στην τράπεζα με την πρόθεση να δανειοδοτηθεί και όχι να προβεί σε ανταλλαγή νομισμάτων).

Πρόκειται για συναλλαγή που έγινε χωρίς σαφές συμβατικό πλαίσιο, με άγνωστους όρους, άγνωστες συνέπειες, άγνωστα δικαιώματα για τα μέρη.

Και τούτο συμβαίνει διότι το προϊόν του δανείου, ήτοι τα CHF, μένουν πάντα στην τράπεζα. Τα CHF μόνο για απειροελάχιστο χρόνο φαίνονται να περιέρχονται στον δανειολήπτη. Πρακτικά, ο χρόνος ήταν πάντα μηδενικός, αφού καμία τράπεζα δεν επέτρεψε ποτέ συναλλαγές με μετρητά.

Έτσι, τα CHF αυτοστιγμεί μετατρέπονταν σε €, δίχως να μπορεί να επενεργήσει επ’ αυτών με οποιονδήποτε τρόπο ο δανειολήπτης. Με αυτή την διαδικασία εικονικής ανταλλαγής νομισμάτων, τα εικονικά CHF αμέσως ανταλλάσσονταν με ευρώ, που αντλούσε η κάθε τράπεζα από τα αποθεματικά της.

Κατ’ αποτέλεσμα, η τράπεζα πάντοτε λάμβανε πίσω το προϊόν του δανείου και ο δανειολήπτης αποκτούσε τελικά, το προϊόν μιας άλλης συναλλαγής, της πράξης της ανταλλαγής νομισμάτων.

Αυτή η ανταλλαγή νομισμάτων, λοιπόν, γίνεται επί τη βάσει μιας συνδεδεμένης σύμβασης, με τη σύμβαση δανείου. Διότι στη δανειακή σύμβαση δεν υπάρχει και δεν αναφέρεται πουθενά ότι θα γίνει ανταλλαγή νομισμάτων. Δεν υπάρχει καν τέτοια σαφής δικαιοπρακτική βούληση, δεν υπάρχει διακριτή σύμβαση, δεν υπάρχουν διακριτοί όροι, δεν υπάρχει συμβατικό πλαίσιο λειτουργίας.

Παρά ταύτα, ο δανειολήπτης, μέσω μιας ανύπαρκτης, ή έστω, μέσω μιας κρυπτόμενης σύμβασης ανταλλαγής νομισμάτων, η οποία φέρεται να ήταν συνδεδεμένη με την κύρια σύμβαση του δανείου αποκτούσε κάτι εντελώς διάφορο από αυτό για το οποίο φέρεται να συνεβλήθη με την κάθε τράπεζα.

Και μάλιστα η παραδοξότητα των ερευνώμενων δανείων κορυφώνεται, εάν αναλογιστούμε το εξής: Ότι η κάθε δανειακή σύμβαση μνημονεύει επί του κειμένου της έναν συγκεκριμένο, κάθε φορά, δανειακό σκοπό. 

Όμως η κάθε τράπεζα, εν γνώσει της, παραβίαζε τον συμβατικά συμφωνημένο σκοπό. Διότι, αντί να χορηγήσει το ποσό του δανείσματος και κατ' επέκταση του νομίσματος που υποτίθεται ότι χορήγησε, τελικώς λάμβανε εκ νέου στα χέρια της το συνάλλαγμα (που ήταν φαινομενικά, το προϊόν του δανείου) και χορηγούσε στον εκάστοτε δανειολήπτη, το προϊόν από την συναλλαγή ανταλλαγής νομισμάτων!

Δηλαδή, πρώτη η κάθε τράπεζα, με πρόθεση και γνώση της παραβίαζε την κάθε δανειακή σύμβαση, αφού παραβίαζε το σκοπό για τον οποίο χορηγούσε τα υποτιθέμενα CHF, τα οποία με τον τρόπο αυτό ποτέ δεν κατευθύνθηκαν για την εκπλήρωση του συμβατικά συμφωνημένου σκοπού αλλά αναλώθηκαν σε μια άλλη συναλλαγή, αυτή της ανταλλαγής νομισμάτων!


Α.2. Γιατί την αποκαλούμε ανταλλαγή και όχι αγοραπωλησία;
Κυρίαρχα, γιατί αυτό ακριβώς είναι! Συγκεκριμένα, η κάθε τράπεζα προσπαθεί να πείσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το ύποπτο στη συγκεκριμένη συναλλαγή. Ότι το μόνο που έγινε είναι μια αγοραπωλησία νομισμάτων. Αλλά ο ισχυρισμός αυτός, πέρα από μια υπεραπλούστευση, είναι κι ένα μεγάλο ψεύδος.

Δείτε την εξήγηση. Μια αγορά, ως εκποιητική δικαιοπραξία απαιτεί την καταβολή μιας ποσότητας κινητών αξιών (χαρτονομισμάτων), που έχουν συγκεκριμένη ονομαστική αξία το καθένα από αυτά. Οι ονομαστικές αξίες των κινητών αξιών αθροιζόμενες παράγουν την απαιτούμενη ποσότητα χρήματος που απαιτείται για να γίνει η αγορά του αγαθού ή της υπηρεσίας.

Πχ ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε μια τηλεόραση αξίας 400€. Για να το κάνουμε, χρειαζόμαστε 8 χαρτονομίσματα των 50€. Η αξία των χαρτονομισμάτων αυτών αθροίζεται (50+50+50+50+50+50+50+50= 400€) κι έτσι έχουμε το απαιτούμενο χρήμα για να προβούμε στην αγορά του αγαθού.

 Όμως, όταν μιλάμε για νομίσματα, τότε η έννοια της εκποίησης χάνεται. Και τούτο, διότι, ο αγοραστής θα καταβάλλει μια ποσότητα κινητών αξιών (χαρτονομισμάτων), που έχουν συγκεκριμένη ονομαστική αξία και έναντι αυτής θα πάρει μια άλλη ποσότητα, άλλων κινητών αξιών, που έχουν μια άλλη ονομαστική αξία.

Πχ θα δώσει 1.000€ για να λάβει 1.500 CHF. Και ναι μεν είναι διαφορετικές οι ποσότητες (αφενός 1.000€ και αφετέρου 1.500 CHF), ωστόσο, και τα δυο σκέλη της συναλλαγής καταλήγουν να έχουν στα χέρια τους εκ νέου κινητές αξίες, δηλαδή καταλήγουν να έχουν χρήμα, εκφρασμένο σε διαφορετικά νομίσματα και σε διαφορετικές ποσότητες οι οποίες, όμως, έχουν ίση αγοραστική αξία.

Δηλαδή, στην αγοραπωλησία αγαθών και υπηρεσιών, το χρήμα αναλώνεται. Από το χρονικό σημείο της καταβολής του και μετά, αποξενώνεται από τον κάτοχό του και κατευθύνεται προς τον παραγωγό του αγαθού ή της υπηρεσίας.

Αλλά στην «αγοραπωλησία» νομισμάτων, και τα δυο μέρη πάντα θα έχουν χρήμα στα χέρια τους, το οποίο απλά θα εκφράζεται σε διαφορετικά νομίσματα και διαφορετικές ποσότητες.

Γι’ αυτό το λόγο, όταν ανταλλάσσονται κινητές αξίες, δεν μιλάμε για αγοραπωλησία νομισμάτων αλλά για ανταλλαγή. Γι’ αυτό άλλωστε, όλα αυτά τα καταστήματα που κάνουν «συναλλαγματικές πράξεις» πχ με τουρίστες, δεν ονομάζονται «αγοραπωλητήρια» αλλά «ανταλλακτήρια». Γιατί, όλοι μας, σε αυτή την ειδική συναλλαγή, δίνουμε χρήμα και λαμβάνουμε χρήμα [κατά τον αγγλόφωνο όρο «exchange»], χωρίς να το αναλώνουμε. Απλά, το χρήμα που λαμβάνουμε είναι εκφρασμένο σε άλλο νόμισμα και έχει άλλη ποσότητα, αλλά πάντα έχει ίση αγοραστική αξία.

Η ανταλλαγή, στα αγγλικά, αποκαλείται (και) swap. Αυτό είναι λοιπόν, που θα αναγκαζόταν να  αποκαλύψει η κάθε τράπεζα, εάν εξηγούσε διεξοδικά και σε βάθος, με ποιον ακριβώς τρόπο τα ελβετικά γίνονταν ευρώ. Θα αναγκαζόταν να εξηγήσει ότι τελικά, ενέπλεξε τους δανειολήπτες εν αγνοία τους σε μια ανταλλαγή, δηλαδή σε ένα swap, για το οποίο μάλιστα, δεν παρείχε καμία κάλυψη από κανέναν κίνδυνο.

Και προκειμένου να αποφύγει αυτή την αποκάλυψη, κατέφυγε σε ένα συνονθύλευμα απόψεων και ισχυρισμών που διαβάζουμε κατά καιρούς στα δικόγραφα και τους ισχυρισμούς της.


Α.3. Τι είναι ισοτιμία και πόσο απλή είναι η έννοιά της;
Ισοτιμία είναι ο λόγος της ανταλλαγής μεταξύ δυο νομισμάτων. Συνεπώς, σε μια πρώτη φάση, απαιτείται πάντα να υπάρχει ένα ζεύγος 2 νομισμάτων. Για αυτό το ζεύγος νομισμάτων, δεν υπάρχει μια, αλλά 4 ισοτιμίες. Στο περί ου ο λόγος ζεύγος νομισμάτων (€ και CHF) οι υπαρκτές ισοτιμίες είναι:
Τιμή αγοράς €/CHF
Τιμή πώλησης €/CHF
Τιμή αγοράς CHF/€
Τιμή πώλησης CHF/€

Αυτές οι τιμές, μπορεί μεν να ονομάζονται τιμές «αγοράς» και «πώλησης» αλλά αυτό γίνεται, ώστε αφενός να μπορεί να γίνει αντιληπτό από τον μέσο άνθρωπο, ότι μεσολαβεί μια ανταλλαγή νομισμάτων προς κάποια συγκεκριμένη αναλογία (που ονομάζεται ισοτιμία) και να μπορεί να γίνει αντιληπτός ο ρόλος του καθενός στη συναλλαγή (κάθε μέρος, στο πλαίσιο της πώλησης, αποξενώνεται από το προσφερόμενο νόμισμα είναι δηλαδή ως προς αυτό πωλητής, αλλά ταυτόχρονα, αποκτά το νόμισμα-στόχο και έτσι είναι ως προς τούτο αγοραστής).

Αφετέρου, η επιλογή των όρων «αγορά» και «πώληση» σε κάθε μια τέτοια συναλλαγή έγινε διότι η συναλλαγή αυτή συνήθως επιβαρύνεται με κάποια προμήθεια. Η διαφορά μεταξύ της τιμής «πώλησης» και της τιμής «αγοράς» αποτελεί την προμήθεια του χρηματοοικονομικού παρόχου της υπηρεσίας της ανταλλαγής.

Οι τιμές αυτές σηματοδοτούν την αναλογία προς την οποία γίνεται κάθε φορά η ανταλλαγή. Έτσι όταν λέμε πχ ότι η τιμή πώλησης €/CHF είναι 1,60 εννοούμε ότι εάν ανταλλάξουμε 1€, θα λάβουμε ως αντάλλαγμα 1,60 CHF.

Εάν, όμως θέλαμε να ανταλλάξουμε CHF με €, τότε θα μας ενδιέφερε να μάθουμε την τιμή πώλησης CHF/€. Η ίδια παραπάνω τιμή, στην περίπτωση αυτή θα ήταν 0,625. Οι δυο παραπάνω τιμές αποδίδουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα αλλά έχουν διαφορετικό νόμισμα-στόχο, κι έτσι εκφράζουν αλλιώς την ισοτιμία τους.

Συνεπώς, η ισοτιμία είναι 4 διαφορετικές τιμές, σε ένα ζεύγος 2 νομισμάτων, από τις οποίες ορίζεται η σχέση ανταλλαγής, μεταξύ των δυο νομισμάτων.

Ξέρετε, τούτο το τελευταίο δεν αναφέρθηκε, ούτε μόνο παραδειγματικά, ούτε τυχαία. Αναφέρθηκε για να δείξει το βαθμό σύγχυσης που έχουν προκαλέσει οι τράπεζες, ώστε να νομιμοποιήσουν εκτρωματικά προϊόντα, όπως τα εν λόγω δάνεια κι εν μέρει, το βαθμό σύγχυσης που είχε επικρατήσει μέχρι πρόσφατα και σε κάποια Δικαστήρια.

Διότι, παγίως, όσοι ασχολούμαστε με το συγκεκριμένο ζήτημα αναφερόμαστε σε εσφαλμένη ισοτιμία! Διότι, εάν πράγματι ήθελε θεωρηθεί ότι οι καταναλωτές έλαβαν CHF, τότε δεν θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει η ισοτιμία €/CHF (δηλαδή, ο λόγος ανταλλαγής των € με CHF) αλλά θα ήταν απολύτως σημαντική για αυτούς η ισοτιμία CHF/€ (δηλαδή, ο λόγος ανταλλαγής των CHF με €).
Τι σημαίνει αυτό;

Σημαίνει ότι οι δανειολήπτες, αφού υποτίθεται ότι έλαβαν CHF, αλλά και η τράπεζα, ως δανείστρια, δεν έπρεπε να αναφέρονται σε ισοτιμία €/CHF=1,6 αλλά σε ισοτιμία CHF/€ =0,625.
Διότι αφενός οι δανειολήπτες, ούτε είχαν € για να τα ανταλλάξουν με CHF, ούτε είχαν CHF για να τα ανταλλάξουν με € κι ούτε επεδίωκαν να προβούν σε οποιαδήποτε ανταλλαγή νομισμάτων. Αφετέρου η τράπεζα ισχυρίζεται ότι δάνεισε CHF, για τα οποία θα έπρεπε να γνωρίσει στους δανειολήπτες και την ισοτιμία ανταλλαγής τους.

Έτσι, τα υποτιθέμενα CHF του κάθε δανείου, θα τα ανταλλάσσονταν με €, με ισοτιμία 0,625 κι όχι με ισοτιμία 1,60, αφού αυτή, η δεύτερη ισοτιμία (ήτοι το 1,6) αναφέρεται σε ανταλλαγή € με CHFΈτσι, κάθε αναφορά σε ισοτιμία που δείχνει το λόγο ανταλλαγής € προς CHF ήταν όχι απλά άστοχη, αλλά αποδεικνύει και κάτι πολύ βαθύτερο:

Ότι ούτε η ισοτιμία είναι αυτό που νομίζουμε, ούτε κατέχουμε την έννοια της ισοτιμίας, ούτε η κάθε τράπεζα ενημέρωσε ποτέ, πραγματικά και σε βάθος τους καταναλωτές, όπως ψευδώς ισχυρίζεται, αφού από όλα τους τα έγγραφα, προκύπτει ότι ούτε μια φορά δεν αναφέρθηκε η ισοτιμία CHF/€. Δηλαδή, δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά η σωστή ισοτιμία που θα έπρεπε να εφαρμοστεί στα συγκεκριμένα δάνεια!!!

Τούτη η αντιστροφή του ζεύγους αποδεικνύει τελικά, πόσες κατασκευές αμφισβητούμενης αξιοπιστίας μεταχειρίζονται οι τράπεζες σε κάθε δίκη αλλά κι εν γένει ενώπιον όλων των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Διότι αν πράγματι ενημέρωναν, όπως ισχυρίζονται, τότε η ενημέρωσή τους θα έπρεπε να μεταχειρίζεται τη σωστή συναλλαγματική ισοτιμία CHF/€ κι όχι για την ισοτιμία €/CHF, η οποία στην περίπτωση που ερευνάμε ήταν αδιάφορη.

Αλλά όλα τα έγγραφα των τραπεζών χρησιμοποιούν το αντεστραμμένο ζεύγος, ήτοι την ισοτιμία €/CHF, δίνοντας την εντύπωση ότι ο δανειολήπτης ανταλλάσσει € με CHF.
Αλλά ο δανειολήπτης δεν είχε ούτε €, ούτε CHF!

Έτσι, με τη χρήση του λάθος ζεύγους, δινόταν η εντύπωση ότι τελικά οι δανειολήπτες λαμβάνουν ευρώ. Δινόταν η εντύπωση ότι γίνεται ανταλλαγή των € με CHF. Δινόταν η εντύπωση ότι αυτά τα ευρώ που θα λάμβαναν από το δάνειο, με ένα τραπεζικό κόλπο, ένα τρικ, θα φαίνονταν ότι μετατράπηκαν σε CHF, ώστε να χαμηλώσει το επιτόκιο.

Να, λοιπόν, από ένα «απλό» πράγμα όπως η ισοτιμία, τι συμπεράσματα βγαίνουν. Να, λοιπόν, πώς η χρήση του λάθος ζεύγους ισοτιμιών αρκούσε για να παράξει μια ακόμα στρέβλωση και αντιστροφή της πραγματικότητας. Να πώς η χρήση του λάθους ζεύγους ισοτιμιών παρήγαγε θεμελιώδη αδιαφάνεια, που έδινε την εντύπωση ότι οι δανειολήπτες λαμβάνουν € κι ανταλλάσσουν € με CHF, ώστε να καρπώνονται ένα χαμηλότερο επιτόκιο.

Αλλά και πέρα από τη χρήση του ζεύγους των ισοτιμιών που επέλεγαν οι τράπεζες, η ίδια η έννοια της ισοτιμίας είναι τόσο απλή, ώστε στον καιρό της πιστωτικής φρενίτιδας (δηλαδή, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2002-2009) είχαμε την αίσθηση ότι το CHF είναι ένα σίγουρο και σταθερό νόμισμα, αφού αντίστοιχα παραδοσιακά ισχυρή είναι η Ελβετική οικονομία.
Καταλαβαίνετε τι διαβάσατε μόλις;

Διαβάσατε την πιο μεγάλη αντίφαση που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή, ώστε να προωθηθούν προϊόντα όπως τα συγκεκριμένα.
Διότι, εάν πράγματι η Ελβετική οικονομία είναι ισχυρή, τότε ήταν ήδη παράλογη η υποτίμηση του νομίσματός της σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Διότι μια ισχυρή οικονομία, εκφράζεται και συναλλάσσεται αντίστοιχα με ένα ισχυρό νόμισμα, όπως συνέβαινε παλαιότερα με το Γερμανικό μάρκο. Όπως παραδοσιακά συμβαίνει με το δολάριο των ΗΠΑ.
Οι ισχυρές οικονομίες έχουν, αντίστοιχα, ισχυρά νομίσματα.

Είναι, λοιπόν, τόσο «απλή» η έννοια της ισοτιμίας και παράλληλα είναι τόσο παραπλανητικές οι εμπορικές πρακτικές που υιοθέτησαν οι τράπεζες για την επιθετική προώθηση των εν λόγω προϊόντων, ώστε οι καταναλωτές, αδυνατούσαν να αντιληφθούν την προφανή στρέβλωση που συνέβαινε εμπρός στα μάτια τους. 

Και είναι, τελικώς, τόσο «απλή» η έννοια της ισοτιμίας, ώστε τελικά, οι δανειολήπτες πείθονταν από το επιθετικό μάρκετινγκ των τραπεζών και κατέληγαν να πιστεύουν την παραδοξότητα, ότι δηλαδή, μια ισχυρή και παραδοσιακά σταθερή οικονομία, όπως η Ελβετική, μπορεί να έχει και να συναλλάσσεται με ένα εξαιρετικά υποτιμημένο νόμισμα.


Α.4. Η επενδυτική φύση του προϊόντος
Κατ’ αρχάς, σε όλους τους ορισμούς του curry trade (=νομισματεμπορική κερδοσκοπική επενδυτική δραστηριότητα) που καταφέραμε να ανεύρουμε, η ταύτιση με το συγκεκριμένο προϊόν ήταν απόλυτη.

Διότι ως curry trade ορίζεται ο δανεισμός με ένα νόμισμα χαμηλού επιτοκίου (funding currency) και την μετέπειτα χρησιμοποίησή του για την αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου εκπεφρασμένου σε νόμισμα με υψηλότερο επιτόκιο, το νόμισμα-στόχο (target currency).

Έτσι και στην περίπτωση που ερευνάμε, οι δανειολήπτες φέρονται να δανείστηκαν CHF, που ήταν νόμισμα χαμηλού επιτοκίου (funding currency) και μετέπειτα το χρησιμοποίησαν για την αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου εκπεφρασμένου σε νόμισμα με υψηλότερο επιτόκιο. Το χρησιμοποίησαν για την αγορά των ευρώ που χρειάζονταν για την κάλυψη των καταναλωτικών τους αναγκών! 

Και μάλιστα, τούτο το διαπίστωνε ήδη από το 2007 τόσο η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) όσο και διάφορες εταιρείες επενδύσεων που παρείχαν αντίστοιχα προϊόντα, όπως αυτή εδώ (που χαρακτηρίζει ως τακτική curry trade τα συγκεκριμένα δάνεια, από το 2007, σύμφωνα με τη σχετική σημείωση στο τέλος της σελίδας!) αλλά και αυτή εδώ, η οποία από το 2015 εξηγεί τι έκαναν οι τράπεζες στην συγκεκριμένη περίπτωση της Ελλάδας!

Η απόκτηση κεφαλαίων σε ευρώ, λοιπόν, ήταν ο στόχος της δανειοδότησης των δανειοληπτών και αυτό επιτυγχανόταν μόνο μετά την ανταλλαγή νομισμάτων στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Έτσι, νόμισμα-στόχος, υψηλότερου επιτοκίου, ήταν το ευρώ.

Συνεπώς, με μια πρώτη ανάγνωση αποδεικνύεται ότι πίσω από κάθε τέτοιο δάνειο υποκρύπτετο κερδοσκοπική νομισματεμπορική δράση (curry trade) την οποία, όμως οι δανειολήπτες αγνοούσαν.

Πέρα όμως, από την απλή υπαγωγή των ορισμών στα τρέχοντα δεδομένα, οι τράπεζες σπεύδουν να διατρανώσουν προς κάθε κατεύθυνση, ότι δήθεν τα εν λόγω προϊόντα σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να έχουν επενδυτικά χαρακτηριστικά, καθόσον εν προκειμένω παραβιάζεται το θεμελιώδες προαπαιτούμενο της επενδυτικής πράξης, σύμφωνα με το οποίο απαιτείται η διάθεση ιδίων κεφαλαίων (προερχόμενων είτε από ίδιες πηγές είτε από δανεισμό).

Λέει, λοιπόν, η κάθε τράπεζα, ότι εφόσον οι δανειολήπτες δεν χρησιμοποίησαν ίδια κεφάλαια, τα επίδικα προϊόντα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επενδυτικά.
Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της τράπεζας;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ.

Ασφαλής τρόπος για να αντιληφθούμε όλοι πόσο υπεραπλουστευμένα και ψευδεπίγραφα επιχειρεί να παρουσιάσει τα πράγματα η κάθε τράπεζα αρκεί να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τους δικούς της ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους:
1ον: Εκταμιεύεται στιγμιαία το δάνειο σε CHF.
2ον: Την ίδια στιγμή (πρακτικά, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης), ο δανειολήπτης προβαίνει σε ανταλλαγή νομισμάτων (η κάθε τράπεζα το ονομάζει αγοραπωλησία νομισμάτων).
3ον: Ο δανειολήπτης λαμβάνει το προϊόν της ανταλλαγής.
Τα στάδια, λοιπόν, που επικαλείται η τράπεζα είναι η απόλυτη απόδειξη της επενδυτικής φύσης του προϊόντος.

Διότι, εάν παρατηρήσουμε προσεκτικότερα τα παραπάνω, θα δούμε ότι με την -έστω και στιγμιαία- εκταμίευση του δανείου σε CHF, το δάνειο του 806ΑΚ, ως προς τον δανειστή τελειώθηκε.
Η διαδικασία δανειοδότησης του 806ΑΚ, ως προς τον δανειστή, είχε ολοκληρωθεί, έστω και με κατάχρηση δικαίου. Από το σημείο εκείνο και μετά υπήρχαν μόνο οι υποχρεώσεις των δανειοληπτών για επιστροφή του δανείσματος και των τόκων.

Όμως, εν προκειμένω η ίδια η τράπεζα λέγει ότι προέβη σε μια επιπλέον ενέργεια. 
Στην ανταλλαγή του δανείσματος (των CHF) με το ισάξιο αυτών σε ευρώ.

Δηλαδή, η ίδια η τράπεζα ομολογεί την επενδυτική φύση του προϊόντος, αφού λέγει ότι όταν οδήγησε τον δανειολήπτη- εν αγνοία του- σε μια διαδικασία ανταλλαγής νομισμάτων, ο τελευταίος (δηλαδή, ο δανειολήπτης) είχε ήδη ίδια κεφάλαια, τα οποία προέρχονταν από το δάνειο του 806ΑΚ!

Δηλαδή, η ίδια η τράπεζα λόγισε ως ίδια κεφάλαια των δανειοληπτών τα δάνεια που μόλις τους είχε χορηγήσει σε CHF. Έτσι, οι δανειολήπτες, έχοντας πλέον CHF, δηλαδή έχοντας ίδια κεφάλαια, προέβησαν στην ανταλλαγή νομισμάτων!

Δηλαδή, τελικώς, αρκεί η νομική μας παιδεία για να αντιληφθούμε και να αποδείξουμε την αλήθεια. Και με αυτή την διαδρομή καταλήγουμε ότι στην ουσία, πρόκειται για την …επίλυση ενός σχετικά εύκολου πρακτικού ζητήματος του ειδικού ενοχικού δικαίου, επιπέδου Νομικής Σχολής.

Αφού αναζητήσουμε να προσδιορίσουμε πόσες και ποιες συμβάσεις συνήφθησαν ή έστω, λειτούργησαν εν τοις πράγμασι εν προκειμένω, καταλήγουμε εύκολα να διαπιστώσουμε το προφανές: Ότι οι συμβάσεις είναι δυο (1η είναι το δάνειο των CHF, 2η είναι η ανταλλαγή νομισμάτων, το ακάλυπτο swap).

Και εντεύθεν βλέπουμε ότι η δεύτερη σύμβαση (το swap, η ανταλλαγή) χρηματοδοτήθηκε από το προϊόν της πρώτης σύμβασης, ήτοι από το δάνειο του 806ΑΚ.

Ώστε, τελικώς τη στιγμή της ανταλλαγής ο κάθε δανειολήπτης είχε ίδια κεφάλαια. Ήταν αυτά που προέρχονταν από δανεισμό. Και είναι αδιάφορη η προέλευσή τους από δανεισμό, αφού η επένδυση δεν επηρεάζεται από το εάν τα κεφάλαια προέκυψαν από δανεισμό ή εάν αποτελούν αποταμιεύσεις των δανειοληπτών. 

Άλλωστε, κατά το αρ 4 παρ 2 εδαφ β του Ν. 3606/2007 η δανειοδότηση προς το σκοπό παροχής επενδυτικής υπηρεσίας όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά αντίθετα προβλέπεται ρητά στο νόμο.

Εν προκειμένω, συνέβη ακριβώς αυτό. Δηλαδή, τα κεφάλαια του δανείου του 806ΑΚ υπήρχαν και δεσμεύτηκαν σε κρυπτόμενη σύμβαση ακάλυπτης ανταλλαγής νομισμάτων (swap), με την οποία οι δανειολήπτες, αν και έλαβαν ευρώ, κατέληξαν να οφείλουν CHF.

Και στα παραπάνω δεν επιδρά επ’ ουδενί το γεγονός ότι το ΔΕΕ έκρινε ότι τα δάνεια αυτά δεν είναι δήθεν επενδυτικά προϊόντα, διότι πολύ απλά, το ΔΕΕ, εν τέλει κατέληξε να επιφυλαχθεί αποφαινόμενο ότι τον επενδυτικό ή μη χαρακτήρα της φύσης των δανείων αυτών και των συναφών πράξεων θα τον κρίνει το εθνικό δικαστήριο.

Άλλωστε όπως ακριβώς ανέφερε το ΔΕΕ στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης 
...δεν αποτελούν επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα κατά τη διάταξη αυτή ορισμένες πράξεις συναλλάγματος, τις οποίες πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δυνάμει ρητρών συμβάσεως δανείου σε ξένο νόμισμα όπως αυτή της κύριας δίκης, οι οποίες συνίστανται στον καθορισμό του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος που ισχύει κατά τον χρόνο της αποδεσμεύσεως των κεφαλαίων και στον καθορισμό των ποσών των μηνιαίων δόσεων βάσει της τιμής πωλήσεως του εν λόγω ξένου νομίσματος που ισχύει κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσεως.

Το ΔΕΕ λοιπόν διευκρίνισε ότι δεν είναι επενδυτικές πράξεις "ο καθορισμός του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος" και "ο καθορισμός των ποσών των μηνιαίων δόσεων βάσει της τιμής πωλήσεως". Δεν έκρινε εάν είναι επενδυτική πράξη ο μηχανισμός της μετατροπής των νομισμάτων. Δεν έκρινε εάν είναι επενδυτικό το κρυπτόμενο και συνδεδεμένο με την κύρια δανειακή σύμβαση swap.  

Διότι, πράγματι, το δάνειο του 806ΑΚ δεν είναι επενδυτικό προϊόν. Ή τουλάχιστον δεν είναι επενδυτικό για τον απλό καταναλωτή-δανειολήπτη. Το δάνειο του 806ΑΚ είναι προϊόν, άλλως υπηρεσία, η οποία, δεν (θα έπρεπε να) έχει επενδυτικά χαρακτηριστικά. Και συμφωνούμε όλοι σε αυτό. Έτσι δεν είναι;

Όμως, η ανταλλαγή νομισμάτων που υποκρύπτεται πίσω από τα συγκεκριμένα δάνεια είναι ξεκάθαρα επενδυτική πράξη. Και μάλιστα, ειδικότερα, εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι η κρυπτόμενη σύμβαση ανταλλαγής νομισμάτων, εμπίπτει στον ορισμό του αρ 5 εδαφ δ του Ν. 3606/2007, όπου ως χρηματοπιστωτικά μέσα ορίζονται

(δ) Τα συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, οι συμβάσεις ανταλλαγής, οι προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων και άλλες παράγωγες συμβάσεις σχετιζόμενες με κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις ή άλλα παράγωγα μέσα, χρηματοπιστωτικούς δείκτες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μεγέθη που είναι δεκτικά εκκαθάρισης με φυσική παράδοση ή με ρευστά διαθέσιμα.

Κι εν προκειμένω έχουμε -έστω και άτυπη και συνδεδεμένη με το δάνειο- σύμβαση ανταλλαγής νομισμάτων και επιτοκίων, που κατά το σκέλος των CHF είναι δεκτική εκκαθάρισης και κατά το σκέλος των € έγινε με ρευστά διαθέσιμα!

Έτσι, τα συγκεκριμένα δάνεια, ενόψει τούτης της κρυπτόμενης, πλην όμως, όπως αποδεικνύεται άρρηκτα συνδεδεμένης σύμβασης ανταλλαγής νομισμάτων, δεν ήταν τελικώς δάνεια του 806ΑΚ, ώστε να μην μπορούν να χαρακτηριστούν επενδυτικά.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τα δάνεια που προβλέπονται στο αρ 4 παρ 2 εδαφ β του Ν. 3606/2007, στο οποίο ορίζεται επί λέξει ότι

(β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.

Με την μόνη διαφορά ότι ο «επενδυτής» του παραπάνω άρθρου προέκυψε ως τέτοιος (δηλαδή ως επενδυτής) εν αγνοία του και παρά τη βούλησή του.

Διότι η αδιαμφισβήτητη βούληση του εκάστοτε δανειολήπτη ήταν να δανειοδοτηθεί με ένα απλό δάνειο (806 επ ΑΚ), με βάση το οποίο θα όφειλε να επιστρέψει στην τράπεζα αυτό που πραγματικά δανείστηκε ή έστω, αυτό που η τελευταία πραγματικά αποχωρίστηκε από την περιουσία της, πλέον των τόκων.

Αντ’ αυτού οι δανειολήπτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε ένα σύνθετο προϊόν, το οποίο μόνο εξωτερικά παραπέμπει σε δάνειο του 806ΑΚ αλλά αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα ήταν ένα δάνειο του αρ 4 παρ 2 εδαφ β του Ν. 3606/2007, με το προϊόν του οποίου τελέστηκε η πράξη του αρ 5 εδαφ δ του Ν. 3606/2007.


Α.5. Το 291ΑΚ
Μετά από τα παραπάνω, βέβαια, θα σπεύσει κάποιος να πει ότι, εφόσον υπάρχει μια συνομολόγηση οφειλής σε ξένο νόμισμα, τότε ακόμα και σε περίπτωση ακύρωσης των σχετικών ΓΟΣ η ερμηνεία της σύμβασης θα πρέπει να γίνει από τον κανόνα του ενδοτικού δικαίου που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι από το 291ΑΚ.

Η αλήθεια είναι ότι η υπερπροβολή του 291ΑΚ από τις τράπεζες λειτούργησε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και η υπερπροβολή των συγκεκριμένων δανείων. Θάμπωσε τα μάτια των νομικών και σε πολλές περιπτώσεις έκρυψε την ορθή λύση.

Γιατί το λέω αυτό;
Διότι πολύ απλά, το 291ΑΚ δεν ήταν τελικώς, ποτέ η ενδεδειγμένη διάταξη του ενδοτικού δικαίου από την οποία θα μπορούσε να αναπληρωθεί το κενό της συμβάσεως.

Άρθρο 4
Αγορά συναλλάγματος
Το άρθρο 1 του ν.1083/1980 αντικαθίσταται ως εξής: "Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν πράξεις σε συνάλλαγμα, διενεργούν ελεύθερα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα και ξένα τραπεζικά γραμμάτια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις." Καταργούνται οι λοιπές διατάξεις του ν.1083/1980, πλην των διατάξεων του άρθρου 7, της παραγράφου 4 του άρθρου 8 και του άρθρου 9 του νόμου αυτού, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 229/1973.
Το κείμενο μεταγενέστερου και ειδικότερου Νόμου (σε σχέση με το 291ΑΚ), ορίζει ότι τα "πιστωτικά ιδρύματα" (αστοχία: οι τράπεζες είναι ανώνυμες κερδοσκοπικές εμπορικές εταιρείες του Ν. 2190/1920, δεν είναι ιδρύματα, όπως τις προσδιορίζει ο νομοθέτης, προκαλώντας σύγχυση σε σχέση με το ίδρυμα του 108 επ ΑΚ) μπορούν να διενεργούν ελεύθερα, πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους τον σχετικό κίνδυνο.
Έτσι, λοιπόν, ακόμα και εάν η κάθε τράπεζα προέβη σε δανεισμό της σε συνάλλαγμα επί σκοπώ δανειοδοτήσεως των κεφαλαίων αυτών προς τους τελικούς καταναλωτές, τότε, δεν θα είχε προκύψει ποτέ η αιτία άσκησης οποιασδήποτε αγωγής, εφόσον, από τον Νόμο ορίζεται ότι, για τις επιτρεπόμενες «πάσης φύσεως» πράξεις συναλλάγματος, τα πιστωτικά ιδρύματα φέρουν τον κίνδυνο.
Δηλαδή, ο κίνδυνος που προκύπτει από τις πάσης φύσεως συναλλαγματικές πράξεις, στον οποίο εντάσσεται αυτονόητα και ο κίνδυνος από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και ο οποίος, με τα συγκεκριμένα προϊόντα και κατά την ερευνώμενη πρακτική των τραπεζών, επιρρίπτεται στους τελικούς καταναλωτές-δανειολήπτες, με αποτέλεσμα τον λογιστικό πολλαπλασιασμό των δανειακών υποχρεώσεων των καταναλωτών, είχε ήδη νομοθετικά προβλεφθεί, ότι αποτελεί κίνδυνο που θα έπρεπε να φέρουν οι τράπεζες και σε αυτό τον κίνδυνο όφειλαν κι εξακολουθούν να οφείλουν να ανταποκριθούν, απαλλασσομένων των καταναλωτών από τα προκύψαντα εξ αυτής της αιτίας βάρη.
Βέβαια, γεννάται ζήτημα διερεύνησης και αποκάλυψης της αληθούς φύσης της διατάξεως του αρ 4 του Ν 2842/2000. Η εν λόγω διάταξη δεν προκύπτει αναγκαστικού δικαίου. Είναι πιο εύστοχο να προσδιοριστεί ως διάταξη καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Πλην όμως, έχει μια ιδιαιτερότητα και τούτη είναι ότι συνάμα, η διάταξη του αρ 4 του Ν. 2842/2000 αποτελεί διάταξη του ενδοτικού δικαίου.
Τούτο αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 2842/2000, όπου επί λέξει αναφορικά με το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται ότι
"…Η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου, αφού είναι δυνατή η αναφορά σε άλλη συναλλαγματική ισοτιμία, εφόσον τούτο προβλεφθεί, συμφωνηθεί ή ορισθεί."

Προς την ίδια κατεύθυνση, ήτοι του ενδοτικού χαρακτήρα αυτής συνηγορεί άλλωστε και το γεγονός, ότι το συμβατικό περιεχόμενο των επίδικων δανείων καθορίστηκε ακριβώς αντίθετο με τα οριζόμενα στην διάταξη του αρ 4 του Ν. 2842/2000!
Όμως, οι τράπεζες επικαλούνται τις διατάξεις του ιδίου Νόμου, και δη τη διάταξη του αρ 5 του ιδίου Νόμου, ως νομιμοποιητική και επιτρεπτική της χορηγήσεως αυτής της κατηγορίας των δανείων. Η δε διάταξη της παρ 1 του αρ 5 του Ν. 2842/2000 έχει επί λέξει ως εξής
1.         Καταργούνται οι διατάξεις του ν. 362/1945, το άρθρο 2 του ν. 944/1946 και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα:
α) σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα,
β) σε εγχώριο νόμισμα, εφόσον το ποσό των απαιτήσεων και υποχρεώσεων αφήνεται να προσδιοριστεί από την τιμή του συναλλάγματος, του χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή του τιμαρίθμου.
Συνεπώς, υποτιθέμενου ως αληθούς του τραπεζικού ισχυρισμού, σύμφωνα με τον οποίο, τα εν λόγω δάνεια φέρονται να είναι νομίμως χορηγηθέντα, τούτο αυτόματα συνεπάγεται, ότι νομίμως η κάθε τράπεζα κατήρτισε συμβατικά κείμενα αντίθετου περιεχομένου, καθόσον η ερευνώμενη διάταξη, ως διάταξη του ενδοτικού δικαίου, της παρείχε το δικαίωμα να συνομολογήσει συμβάσεις αντίθετου περιεχομένου.
Έτσι, λοιπόν, ο ενδοτικός χαρακτήρας της διάταξης προκύπτει δίχως αμφιβολία ήδη από το γεγονός, ότι οι τράπεζες μπόρεσαν και την παρέβλεψαν και εν τέλει κατάρτισαν δανειακές συμβάσεις, αντίστροφου περιεχομένου, με τις οποίες επέρριπταν την μεταβολή της ισοτιμίας και ως εκ τούτου τον κίνδυνο στους τελικούς αποδέκτες των υπηρεσιών τους, δηλαδή στους καταναλωτές.
Τούτων δοθέντων δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό, με ποιο ακριβώς σκεπτικό μπορεί να τύχει εφαρμογής το 291ΑΚ, ως δήθεν εφαρμοστέας διατάξεως, από την οποία είναι δυνατή η αναπλήρωση του συμβατικού κενού, δήθεν διότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη διάταξη του ενδοτικού δικαίου προς πλήρωση του κενού.
Τέτοια διάταξη υπάρχει και μάλιστα, περιλαμβάνεται σε ειδικότερο και μεταγενέστερο νόμο, ενώ πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της χρησιμοποίησης της εν λόγω διάταξης αντλείται ιδίως από τους ισχυρισμούς των τραπεζών, σύμφωνα με τους οποίους η χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα φέρεται να επετράπη δυνάμει του αρ. 5 του ιδίου Νόμου!
Συνεπώς, εάν πράγματι η χορήγηση των δανείων επετράπη από τις ρυθμίσεις του Νόμου αυτού, τότε κατά λογική και τελολογική αναγκαιότητα και ο επιμερισμός του κινδύνου προβλέφθηκε και ρυθμίστηκε ειδικά από τις διατάξεις του ιδίου Νόμου, μη δυνάμενων των τραπεζών να υποστηρίξουν το αντίθετο!

Άλλωστε, τούτη φαίνεται να ήταν πράγματι και η στόχευση του ιστορικού νομοθέτη, καθώς στο από 30-08-2000 Πρακτικό της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, ο τότε εισηγητής της μειοψηφίας, που υπερψήφισε την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ, κος Νικόλαος Νικολόπουλος, τοποθετήθηκε ενώπιον των μελών της επιτροπής δηλώνοντας μεταξύ άλλων

…Με την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος σε καθεστώς ΟΝΕ, τα οφέλη για την εθνική μας οικονομία είναι πολλαπλά. Συνοψίζοντας τα, θα μπορούσα να τα κωδικοποιήσω στα ακόλουθα σημεία:
Πρώτον, το κόστος της μεταφοράς κεφαλαίων και των συναλλαγών, καθώς και οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι θα εκλείψουν. Αυτό θα ωφελήσει τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές, όσους ταξιδεύουν, θα αυξήσει τις αποταμιεύσεις, θα βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων των οικονομικών φορέων και θα διευκολύνει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη

Ένας από τους στόχους, λοιπόν, της εισόδου της χώρας στην ΟΝΕ ήταν η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου.

Έτσι, άστοχα και πάντως, με τρόπο που φανερώνει πρόθεση στρέβλωσης της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού εισάγεται ως δήθεν αρμόζουσα διάταξη του ενδοτικού δικαίου το 291ΑΚ, αν και αποδεικνύεται ότι τούτο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην επίδικη περίπτωση, αφού, πέρα από τους άλλους λόγους που λίγο ή πολύ έχουν ήδη αναφερθεί σε σειρά δημοσιεύσεων, στην πραγματικότητα υπάρχει κι άλλη, μεταγενέστερη και ειδικότερη διάταξη Νόμου, του ενδοτικού δικαίου, η οποία μπορεί να κληθεί σε εφαρμογή καλύπτοντας το προκύπτον εκ της ακυρότητας των ΓΟΣ κενό και μάλιστα με τρόπο σύμφωνο, όχι μόνο με το γράμμα του Νόμου αλλά και με το σκοπό της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και του Ν. 2251/1994.

Τούτο διότι ειδικότερα, ακόμα κι αν η παραπάνω διάταξη ήθελε θεωρηθεί καθοδηγητική, και πάλι, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι καθοδηγεί τις τράπεζες, κατόπιν στάθμισης των συμφερόντων των μερών. Δηλαδή καθοδηγεί σε μια συμβατικά ισόρροπη κατασκευή με βάση τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, όπως την αντιλαμβάνεται ο νομοθέτης.
Συνεπώς, ακόμα κι αν η παραβίαση της παραπάνω διάταξης δεν συνεπάγεται κάποια ειδική κύρωση για τις τράπεζες, παρά ταύτα, αυτόματα σηματοδοτεί την παραβίαση της συμβατικής ισορροπίας της παρ 6 του αρ 2 του Ν. 2251/1994 αλλά και των γενικών αρχών της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, τα όρια των οποίων προσδιορίζονται από την εν λόγω διάταξη.
Κατόπιν των ανωτέρω, η διαμορφωθείσα στο παρόν κατάσταση, ενόψει της οποίας, είτε ήθελε γίνει δεκτό, ότι κάθε τράπεζα παραβίασε το Νόμο, τον οποίο όφειλε να γνωρίζει και να τηρεί, προτρέποντας και πείθοντας τους καταναλωτές να αποκτήσουν ένα επικίνδυνο προϊόν, άλλως υπηρεσία, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι κάθε τράπεζα συμπεριφερόμενη καταχρηστικά, μεταχειριζόμενη επιθετικές, άλλως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές χορήγησε πιστωτικά προϊόντα, τα οποία της επέτρεπαν να καρπώνεται τις διαφορές των συναλλαγματικών ισοτιμιών, μετακυλώντας προς αυτούς βάρη και κινδύνους που ούτε μπορούσαν να αντιληφθούν, ούτε να προβλέψουν, ούτε να αποκρούσουν, παρόλο που σε κάθε περίπτωση, είχε ήδη νομοθετικά προβλεφθεί ότι για την διατήρηση της συμβατικής ισορροπίας και σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και των χρηστών ηθών θα έπρεπε η ίδια η τράπεζα να φέρει τον κίνδυνο από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, δίχως τον κίνδυνο αυτό να τον μετακυλά στον εκάστοτε τελικό αποδέκτη του σκοπού της συμβάσεως και καταναλωτή, παρίσταται έξω από το δέον πλαίσιο και τη δέουσα λειτουργία των τραπεζών, όπως τα σχετικά όρια προσδιορίστηκαν με την ως άνω διάταξη.
Συνεπώς, ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση, κατά την οποία, η εν λόγω διάταξη ήθελε κριθεί ως διάταξη καθοδηγητικού χαρακτήρα, τότε, ακόμα και η παραβίαση μιας διατάξεως καθοδηγητικού χαρακτήρα, αποδεικνύει, κατ' αρχάς ότι η κάθε τράπεζα ενήργησε κατά τρόπο που διατάραξε τη συμβατική ισορροπία των μερών, ήτοι παραβίασε την παρ 6 του αρ 2 του Ν. 2251/1994 και σε κάθε περίπτωση ενήργησε αντίθετα ή/και παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, το πλαίσιο των οποίων προδιαγράφεται από την ως άνω διάταξη. 
Ίσως όλα τα παραπάνω να ήταν αυτά που οδήγησαν την Ερευνητική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Οικονομική Ενοποίηση (EFIN) να ορίσει ότι ήταν άδικη και αθέμιτη η πρακτική χορήγησης των εν λόγω προϊόντων και ότι αυτά αποτελούν την πρώτη κατηγορία τοξικών δανειών στην Ευρώπη

Μετά από αυτά νομίζω, ότι δημιουργείται μια σαφής εικόνα σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη εν προκειμένω και από το σημείο τούτο και μετά, κάθε νομικός μπορεί να δώσει τις δικές του προεκτάσεις και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα.

EDIT (09-10-2017):
1. Η Αιτιολογική Έκθεση του Ν.2842/2000 όπως υφίσταται δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων, είναι διαθέσιμη ΕΔΩ
2. Ένα swap σαν αυτό που σας περιέγραψα παραπάνω, μπορείτε να κατεβάσετε ΕΔΩ ή απλά να το δείτε αμέσως παρακάτω

de jure app